Archive for the ‘Ελλάδα’ category

Το καλύτερο βίντεο για την ελληνικότητα της Μακεδονίας μέσα σε πέντε λεπτά (video)

Νοέμβριος 20, 2017

Advertisements

Σάσων: Το νησί που «χαρίσαμε» στην Αλβανία τον Ιούνιο του 1914! (φωτό)

Νοέμβριος 7, 2017

Μπροστά στήν εἴσοδο τοῦ κόλπου Αὐλώνας σέ ἀπόσταση περίπου τριῶν μιλίων βρίσκεται ἕνα γραφικό νησί. Τό ὄνομά του Σάσων ἤ Σασώ εἶναι πανάρχαιο. Ἀπό τό δεύτερο πρό Χριστοῦ αἰώνα τό ἀναφέρει ὁ ἱστορικός Πολύβιος καί ὁ ἀρχαῖος γεωγράφος Σκύλακας ὁ Καρυανδέας.

Μνημονεύεται ἐπίσης καί ἀπό τούς γεωγράφους Στράβωνα, Κλαύδιος Πτολεμαῖο, καθώς καί ἀπό τό Ρωμαῖο Ναύαρχο καί ἱστορικό Πλίνιο, ὡς ὁρμητήριο πειρατῶν. Οἱ Ἰταλοί τό ἀποκαλοῦν Σαζένο (Saseno) καί οἱ Ἀλβανοί Σαζάνη (Sazani). Ἐκτείνεται μόλις δυόμισυ ναυτικά μίλια ἀπό βορά πρός νότο καί τό μέγιστο πλάτος του δέν ξεπερνᾶ τό ἕνα μίλι. Τό μέγιστο ὕψος του εἶναι τριακόσια τριάντα ἕνα μέτρα. Ἀποτελεῖται ἀπό δύο λόφους πού ξεγελοῦν ἀπό μακριά, δίνοντας τήν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχουν δύο ξεχωριστά νησιά.

Ἀπό νότο τό προσεγγίζει σέ ἀπόσταση τριῶν ναυτικῶν μιλίων ἡ ἄκρα Λιγκουέτα (Gjuherzes) τῆς χερσονήσου τῶν Ἀκροκεραυνίων, ἐνῶ ἀνατολικά ἡ πλησιέστερη ἀπόστασή του ἀπό τήν ἠπειρωτική ξηρά εἶναι τεσσεράμισυ ναυτικά μίλια. Καθώς τά βάθη γύρω ἀπό τό νησί εἶναι μεγάλα ἐπιτρέπεται ἡ διέλευση ἀκόμα καί μεγάλων πλοίων. Μισό μίλι νοτιότερα ἀπό τή βορειοδυτική ἄκρη, σέ ὕψος ἑκατόν ἐνενήντα ὀκτώ μέτρων λειτουργεῖ φάρος. Ὑπάρχει μαρτυρία καί γιά ἐρείπια φρουρίου στό νησί, πιθανόν Ρωμαϊκοῦ.

Τό ἀπόκρημνο ἔδαφος τοῦ νησιοῦ καθώς καί οἱ ἀπότομοι βράχοι καί τό πλῆθος τῶν ὑφάλων πού σχηματίζουν γύρω του φυσικά κωλύματα, ἀπαγορεύουν τήν προσέγγιση ἀπό τή θάλασσα, καθιστῶντας το ἀπόρθητο κάστρο. Τό νησί γενικά εἶναι ἄγονο ἀλλά προσφέρεται γιά τή βοσκή αἰγοπροβάτων. Παρά τή σχετικά μικρή του ἔκταση πού δέν ξεπερνᾶ τά 5,2 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μποροῦσε νά ἐκτρέφει στό παρελθόν 8000 πρόβατα, περισσότερα ἀπό 300 κατσίκια καθώς καί πλῆθος βοοειδῶν.

Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά σταθοῦμε στή στρατηγική ἀξία τοῦ νησιοῦ πού συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ἀντίστοιχη στρατηγική σημασία τῆς εὐρύτερης περιοχῆς του, δηλαδή τῆς Ἀδριατικῆς. Ὅσο μικρό κι ἄν εἶναι τό νησί, ἡ σημασία του εἶναι τεράστια. Αὐτό ὀφείλεται στή θέση του. Βρίσκεται στό ἀνατολικό ἄκρο τοῦ στενοῦ τοῦ Ὀτράντο. Τό στενό αὐτό, εὔρους σαράντα ναυτικῶν μιλίων μεταξύ Ἀλβανίας καί Ἰταλίας, ἀποτελεῖ τήν πύλη τῆς Ἀδριατικῆς! Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό στοιχεῖο πού δίνει στό μικρό καί ἄγονο νησί μιά τόσο σημαντική στρατηγική ἀξία πού τή μοιράζεται μέ τό ἄλλο ἄκρο τοῦ στενοῦ, τό δυτικό πού ἀποτελεῖται ἀπό τήν ἄκρα Σάντα Μαρία ντί Λέουκα καί τήν ἄκρα Ὀτράντο τῆς Ἰταλίας.

Εἶναι εὔκολα κατανοητό ὅτι ἡ Δύναμη πού ἐλέγχει τήν εἴσοδο τοῦ στενοῦ ἐλέγχει μιά ἀπό τίς σημαντικότερες θάλασσες τῆς περιοχῆς μας, γεγονός πού ἀποτελεῖ σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα σέ ὁλόκληρη τή Μεσόγειο! Γιά τούς λόγους αὐτούς τό ἐνδιαφέρον γιά στρατηγικό ἔλεγχο τῆς Ἀδριατικῆς δέν εἶναι καθόλου καινούργιο.

Πρῶτοι οἱ Ρωμαῖοι ἀντιλήφθηκαν τή μεγάλη ἀξία της καί ἔκτισαν ὀχυρωματικά ἔργα. Στή διάρκεια τῆς μεσαιωνικῆς Αὐτοκρατορίας μας, τή λεγόμενη Βυζάντιο σήμερα, τό ἐνδιαφέρον περιορίστηκε σχετικά. Ὁ στρατηγικός προσανατολισμός τότε ἦταν πρός βορά καί κυρίως πρός ἀνατολάς. Μέ τήν ἐμφάνιση ὅμως τῶν Τούρκων, ἡ ἀξία τῆς περιοχῆς ἀναβαθμίστηκε. Πλῆθος διεθνεῖς συνθῆκες εἶχαν στόχο τους τήν ἐξασφάλιση τοῦ ἐλέγχου τῆς Ἀδριατικῆς, πότε ὑπέρ τῆς μίας καί πότε ὑπέρ τῆς ἄλλης Μεγάλης Δυνάμεως.

Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅμως ὅτι ἱστορικά ἡ Σάσων, τό Γιβραλτάρ τῆς Ἀδριατικῆς, ἀνήκει στά Ἰόνια νησιά. Ἀπό τό 1696, μετά ἀπό 125 χρόνια Τουρκικῆς κατοχῆς, τό βρίσκουμε μαζί μέ τά ὑπόλοιπα Ἰόνια νησιά κάτω ἀπό Ἑνετική ἐπικυριαρχία, ἐνῶ στή συνέχεια ἀκολούθησε τή μοίρα τῶν Ἰονίων Νήσων σέ ὅλες τίς διεθνεῖς ἐξελίξεις. Μέ τή Συνθήκη τοῦ Κάμπο – Φόρμιο τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1797 μεταξύ Γαλλίας καί Αὐστρίας περιῆλθε μαζί μέ τά Ἑπτάνησα στή Γαλλία, ὅπως καί ὅλες οἱ «… ἄλλοτε Βενετικαί κτήσεις εἰς τήν Ἀλβανίαν, πού κεῖνται νοτίως τοῦ κόλπου τοῦ Δρίνου».

Συμπεριλήφθηκε στή Συνθήκη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό Μάρτιο 1800 μεταξύ Τούρκων καί Ρώσων, γιά τή συγκρότηση τῆς Δημοκρατίας τῶν Ἑπτανήσιων. Ἀκολούθησε ἡ Συνθήκη τῆς Ἀμιένης τό Μάρτιο 1802, μεταξύ Γαλλίας, Ἀγγλίας, Ἱσπανίας ὅπου ἀναγνωρίζεται ἡ Ἑπτάνησος Πολιτεία καί κατοχυρώνεται τό καθεστώς προστασίας τῶν Συμμάχων Δυνάμεων καί φθάσαμε στή Συνθήκη τῶν Παρισίων τό 1815 μεταξύ Γαλλίας καί τῶν τεσσάρων Συμμάχων Αὐστρίας, Ἀγγλίας, Πρωσσίας καί Ρωσίας μέ τήν ὁποία ἀναγνωρίσθηκαν οἱ Ἰόνιοι Νῆσοι σάν ἐλεύθερη καί ἀνεξάρτητος Πολιτεία ὑπό Ἀγγλική προστασία.

Στήν ἐξουσία τῆς Ἰονίου Πολιτείας, σύμφωνα μέ διευκρίνιση τῆς 17ης Νοεμβρίου 1825 περιλαμβανόταν καί ἡ Σάσων σάν μιά ἀπό τίς νήσους «… μέ τά ἐξαρτήματά των, ὅπως ἀναφέρονται εἰς τήν Συνθήκη τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς 21ης Μαρτίου 1800». Γι᾽ αὐτό μέ τήν ἐγκατάσταση τῆς Ἰονίου Πολιτείας, ἕνα Ἀγγλικό Πολεμικό Πλοῖο ἔπλευσε στή Σάσωνα πού τήν κατέλαβε ὑποστέλλοντας τήν Ὀθωμανική Σημαία καί ὕψωσε τή Σημαία τῆς Ἰονίου Πολιτείας. Στή συνέχεια οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν πολλές φορές νά ἀνακαταλάβουν τή Σάσωνα εἰδικά μεταξύ τῶν ἐτῶν 1850 ἕως 1859, ἀλλά ἐκδιώχθηκαν ἀπό τίς Βρεταννικές Στρατιωτικές Δυνάμεις.

Ἡ παραχώρηση τῶν Ἰονίων Νήσων στήν Ἑλλάδα ἔγινε μέ τή Συνθήκη τοῦ Λονδίνου τόν Μάρτιο τοῦ 1864. Ἡ νῆσος Σάσων ἀκολουθοῦσα τή μοίρα τῶν Ἑπτανήσιων θά ἔπρεπε κανονικά νά ἐνσωματωθεῖ στήν Ἑλλάδα. Δυστυχῶς ὅμως δέν ὑψώθηκε ἡ Κυανόλευκος σ’ αὐτή τή νῆσο εἴτε «ἐξ ἀκατανοήτου μυωπίας καί ἀβλεψίας», εἴτε γιατί θεωρήθηκε «τελείως ἄχρηστη, διότι ἦταν τελείως ἄγονος». Οἱ Τοῦρκοι ὅμως ἀπό τή γειτονική Αὐλώνα καιροφυλακτοῦσαν! Ἐπωφελήθηκαν ἀπό τό ἀσυγχώρητο λάθος μας καί ἔσπευσαν νά κατοχυρώσουν τήν κυριαρχία τους σέ αὐτό τό «ἄγονο» νησί. Φρόντισαν μάλιστα νά ἐγκαταστήσουν φάρο πού λειτούργησε τό 1871.

Στή διάρκεια τοῦ Α’ Βαλκανικοῦ Πολέμου στίς 15 Νοεμβρίου τοῦ 1912, ὁ Διοικητής Ὁμάδας Ἀτμομυοδρομώνων τῆς Μοίρας Ἰονίου, Ἀντιπλοίαρχος Κωνσταντῖνος Γεωργαντᾶς, ἐπιβαίνων τοῦ Ἀτμομυοδρόμωνος ΠΗΝΕΙΟΣ ὅπου ἦταν Κυβερνήτης ὁ Πλωτάρχης Ἀναστάσιος Ἀνδρεάδης, ἀπελευθέρωσε τή νῆσο καί ὕψωσε τήν Ἑλληνική Σημαία.

Ἡ ἀπελευθέρωση γιορτάσθηκε μέ μεγάλο ἐνθουσιασμό ἀπό τίς δεκαπέντε Ἑλληνικές Οἰκογένειες κτηνοτρόφων πού κατοικοῦσαν ἐκεῖ. Παντοῦ κυμάτιζε ἡ Ἑλληνική Σημαία! Μιά μεγάλη γιορτή εἶχε ἀρχίσει σ’ αὐτό τό ἀκριτικό Ἑλληνικό νησί. Ἀμέσως στίς 21 Νοεμβρίου ἄρχισε μέ τή φροντίδα τοῦ Ἀντιπλοιάρχου Γεωργαντᾶ νά λειτουργεῖ ξανά καί ὁ φάρος τοῦ νησιοῦ.

Ὅλα ἔδειχναν πώς ἡ Ἑλληνική κυριαρχία εἶχε σκεπάσει στοργικά τό νησί. Δυστυχῶς ὅμως αὐτό δέν κράτησε γιά πολύ. Οἱ Μεγάλες Δυνάμεις εἶχαν ἄλλα σχέδια!!! Μετά ἀπό πιέσεις τῆς Ἰταλίας συμφώνησαν μεταξύ τους τήν παραχώρησή της στήν Ἀλβανία μέ τό Πρωτόκολλο τῆς Φλωρεντίας στίς 13 Φεβρουαρίου 1914. Στή συνέχεια καί ἐνῶ βρισκόταν στήν ἐξουσία ἡ Κυβέρνηση τοῦ Ἐλευθέριου Βενιζέλου, ἡ Ἑλληνική Βουλή ἔκανε κάτι τό πρωτοφανές: μέ τό Νόμο 272 τῆς 5ης Ἰουνίου τοῦ 1914 παραχώρησε τή νῆσο Σάσωνα στήν Ἀλβανία!!! Στίς 2 Ἰουλίου, ἐκτελῶντας ἐντολή τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπεχώρησε ἡ Ἑλληνική φρουρά, ὑποστέλλοντας τή Σημαία μας. Οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τοῦ νησιοῦ ἀφέθηκαν τελείως ἀπροστάτευτοι. Λίγες μέρες μετά τήν ἐγκληματική ἐγκατάλειψή τους, στίς 16 Ἰουλίου 1914, σφαγιάσθηκαν μέ τόν ἀγριότερο τρόπο!!!

Ἡ Ἰταλία ἀπό τήν ἀρχή τοῦ περασμένου αἰώνα εἶχε ἀρχίσει νά ἐκδηλώνει ἔντονο ἐνδιαφέρον γιά ἀπόκτηση ἐλέγχου στήν περιοχή. Γι’ αὐτό καί οἱ «περιπέτειες» τῆς Σάσωνος δέν σταμάτησαν. Τό 1915, στίς 26 Ἀπριλίου ἔγινε ἡ Συμφωνία τοῦ Λονδίνου. Μ’ αὐτή, ἡ Ἰταλία πέτυχε καί τήν οὐδετεροποίηση τοῦ Στενοῦ τῆς Κέρκυρας, ἐνῶ ἀποφασίσθηκε ἡ παραχώρηση τῆς νήσου Σάσωνα καί τοῦ Αὐλώνα στήν Ἰταλία. Μέσα σ’ αὐτό τό πλαίσιο, ἡ Ἰταλία ἄρχισε νά καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες γιά νά ἀποκτήσει ἐπιρροή στό νεοσύστατο κράτος τῆς Ἀλβανίας.

Στή συνέχεια ἐναντιώθηκε σέ κάθε προσπάθεια ἀπελευθερώσεως τῆς μαρτυρικῆς Βορείου Ἠπείρου. Μεγάλος ἐκφραστής αὐτοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος καί εἰδικά γιά μιά «προέχουσα θέση στήν Ἀδριατική» ὅπως δήλωναν τότε διπλωματικά οἱ Ἰταλοί, ὑπῆρξε ὁ Μουσσολίνι. Ἀφοῦ ὁ δικτάτορας τῆς Ἰταλίας ἐξασφάλισε τήν ἐπιρροή του στήν Ἀλβανία, ἄρχισε νά ἐποφθαλμιᾶ καί τήν Κέρκυρα.

Τήν ἀφορμή δέν ἄργησε νά τή βρεῖ. Ἦταν ἡ δολοφονία ἀπό ἄγνωστους κακοποιούς τοῦ Ἰταλοῦ Στρατηγοῦ Ἐνρίκο Τελλίνι καί τῆς συνοδείας του στίς 27 Αὐγούστου 1923 στήν Κακαβιά. Ὁ Ἰταλός Ντοῦτσε διέταξε τήν κατάληψη τῆς Κέρκυρας. Τό ἔργο αὐτό ἐκτελέσθηκε στίς 31 Αὐγούστου 1923, ἀπό μέρος τοῦ Ἰταλικοῦ στόλου ὑπό τό Ναύαρχο Σαλάρι.

Τά Ἰταλικά πλοῖα ἀποβίβασαν στρατό κατοχῆς ἀφοῦ πρῶτα βομβάρδισαν ἀνηλεῶς τήν πόλη τῆς Κέρκυρας φονεύοντας πολλούς ἀμάχους καί καταστρέφοντας πλῆθος κτισμάτων ἀκόμα καί ἐκκλησίες! Ἡ Ἰταλική κατοχή τερματίσθηκε σέ λίγες μέρες. Στίς 27 Σεπτεμβρίου 1923 οἱ Ἰταλοί ξαναγύρισαν στήν χώρα τους, ὕστερα ἀπό πιέσεις τῶν συμμάχων μας καί ἰδίως τῆς Μεγάλης Βρεταννίας πού δέν ἤθελε νά ἀφήσει στήν Ἰταλία τόν πλήρη ἔλεγχο καί τῶν δύο σημείων τῆς εἰσόδου στήν Ἀδριατική.

Ἀφοῦ λοιπόν ἡ Κέρκυρα σώθηκε λόγω τῆς στρατηγικῆς θέσεώς της, ἡ Ἰταλία ἔρριξε ὅλο τό βάρος της στή νῆσο Σάσωνα. Σημαντικός ἦταν ὁ ἐκσυγχρονισμός τῶν ἐγκαταστάσεών της πού ὁλοκληρώθηκε στίς 7 Ἀπριλίου τοῦ 1939 καί τή μετέτρεψε σέ μιά ἰσχυρότατη Ναυτική Βάση. Μιά Βάση πού στή συνέχεια φάνηκε πολύ χρήσιμη στίς δυνάμεις τοῦ Ἄξονα σ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ὅπου παρατηρήσαμε χωρίς νά μᾶς ἐκπλήσσει τή μεγάλη ἔξαρση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τήν Ἀδριατική ἀπό ὅλες τίς ἐμπλεκόμενες δυνάμεις. Σέ ὅλη αὐτή τήν περίοδο, οἱ ἄρτια ὀργανωμένες Δυνάμεις τοῦ Ἄξονα ἀσκοῦσαν ἐπιχειρησιακό ἔλεγχο στήν περιοχή τῆς Ἀδριατικῆς μέ ὁρμητήριο τό νησί Σάσων ἀπ’ ὅπου ἐπιχειροῦσαν τά Ὑποβρύχιά τους τόσο πρός βορά ὅσο καί πρός νότο.

Μετά τό τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέ τή συντριπτική ἥττα τοῦ Ἄξονα καί μέ τή Συνθήκη Εἰρήνης τῶν Παρισίων στίς 10 Φεβρουαρίου 1947, ἡ Σάσων περιῆλθε ὁριστικά πιά στήν Ἀλβανία. Ἀμέσως ἡ Ἀλβανία ἔστειλε 6 Ἀξιωματικούς τοῦ Ναυτικοῦ ἐπικεφαλῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως πού ἐγκαταστάθηκε γιά τή φρούρηση τοῦ νησιοῦ. Ὀξυδερκής ὁ δικτάτορας τῆς Ἀλβανίας, Ἐμβέρ Χότζα (Enver Hoxha), ἐκτιμῶντας σωστά τή μεγάλη στρατηγική ἀξία τοῦ νησιοῦ καί γνωρίζοντας ὅτι ἡ Χώρα του δέν θά μποροῦσε μόνη της νά ἀξιοποιήσει τίς στρατιωτικές του δυνατότητες, ἀποφάσισε νά τό παραχωρήσει στή Σοβιετική Ἕνωση. Τό γεγονός αὐτό μετέτρεψε τήν Ἀλβανία σέ πολύτιμο σύμμαχο τῶν Σοβιετικῶν.

Οἱ ἐργασίες γιά τήν στρατηγική ἀξιοποίηση τοῦ νησιοῦ ξεκίνησαν τό καλοκαίρι τοῦ 1948. Τόν Ἰούλιο αὐτοῦ τοῦ ἔτους ἀποβιβάσθηκε μιά ὁμάδα Ἀξιωματικῶν εἰδικῶν σέ θέματα ὀχυρώσεως καί ἐγκαταστάσεως πυραύλων. Ἀκολούθησε ἡ ἀποβίβαση ἑνός πλήθους ἰσχνῶν, ρακένδυτων καί ἐλεεινῶν στήν ὄψη ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων πού προερχόντουσαν ἀπό τίς Χῶρες πού βρισκόντουσαν τότε κάτω ἀπό τόν ἔλεγχο τοῦ Κρεμλίνου. Μέ φρικτές συνθῆκες συνεχοῦς ἐργασίας μέρανύκτα κατά τό σοβιετικό πρότυπο, ἄρχισαν ἐντατικές ἐργασίες πού διήρκεσαν μέχρι τό φθινόπωρο τοῦ 1952.

Μέσα σέ θαλάσσιες στοές πού δημιουργήθηκαν στό νησί, ἄρχισαν νά σταθμεύουν περισσότερα ἀπό τέσσερα ὑπερσύγχρονα ὑποβρύχια ἕτοιμα νά κλείσουν τό στενό τοῦ Ὀτράντο καί νά ἀπομονώσουν τήν Ἀδριατική. Ἡ Βάση ἐξοπλίσθηκε μέ πυρηνικά ὅπλα καί ὑπερσύγχρονους σοβιετικούς πυραύλους τῶν ὁποίων τό βεληνεκές ὑπερκάλυπτε σημαντικότατο μέρος τῆς Ἀδριατικῆς καθώς καί τοῦ Ἰονίου. Ἐπίσης ὑπερκάλυπτε μεγάλο μέρος τῆς Ἰταλικῆς χερσονήσου καί βεβαίως ἔλεγχε ἀπόλυτα τόν Τάρα τήν κυριότερη Ναυτική Βάση τῶν Ἰταλῶν σέ ἀπόσταση μόλις 45 μιλίων. Στήν κορυφή Ravina λειτούργησε ὑπερσύγχρονο γιά τήν ἐποχή του ραντάρ ἀέρος καί ἐπιφανείας.

Ἡ ἐμβέλειά του κάλυπτε ὅλο τό θαλάσσιο χῶρο μέχρι τήν Ἰταλία. Παράλληλα ἐγκαταστάθηκαν καί πλῆθος πυροβολαρχίες γιά ἀντιαεροπορική κάλυψη, ἐνῶ γιά μακρά προστασία τῶν ἐγκαταστάσεών της, ἐξοπλίσθηκαν μέ παρόμοιο τρόπο καί τά ὄρη Karaburum πού βρίσκονται στή βορειοηπειρωτική ἀκτή νότια τῆς Σάσωνος καί κατασκευάσθηκαν τρία ἀεροδρόμια μέ ὑπόγειες θέσεις ἀποκρύψεως ἀεροσκαφῶν καθώς καί ὑπόγειες ἀποθῆκες καυσίμων ἀνταλλακτικῶν καί πυρομαχικῶν. Τό ἕνα στόν Αὐλώνα, τό ἄλλο νοτιοδυτικά τῆς κοιλάδας Dukatti καί τό τρίτο ἀνατολικά τοῦ ποταμοῦ Sushitsa. Στό νησί δημιουργήθηκε καλό ὁδικό δίκτυο γιά τίς μετακινήσεις τοῦ προσωπικοῦ, κτίσθηκαν πολλά σπίτια γιά τή στέγαση τῶν οἰκογενειῶν τοῦ ἐγκατεστημένου προσωπικοῦ καί ἄρχισαν νά λειτουργοῦν σχολεῖα πρωτοβάθμιας καί δευτεροβάθμιας ἐκπαιδεύσεως.

Νατοϊκό ἀντίβαρο σ’ αὐτές τίς ἐπιδιώξεις τῶν συμμάχων τῆς Ἀλβανίας, βρέθηκε τότε ἡ Ἰταλία. Τό Ἰταλικό Ναυτικό διέθεσε στή Συμμαχία ἀξιόμαχες ἀνθυποβρυχιακές μονάδες ἐπιφανείας καί ἀέρος, παράλληλα μέ ἱκανό ἀριθμό Ὑποβρυχίων. Ἡ Ἑλλάδα σάν μέλος καί ἐκείνη τοῦ Ν.Α.Τ.Ο. θά μποροῦσε ἴσως νά μοιρασθεῖ ἕνα τέτοιο ρόλο. Δυστυχῶς ὅμως ἡ τουρκική ἀπειλή ἀπομάκρυνε τά στρατηγικά μας ἐνδιαφέροντα ἀπ’ αὐτή τήν τόσο σημαντική περιοχή, ἀφήνοντας ὁλόκληρο τό χῶρο στή σύμμαχο Ἰταλία. Γι’ αὐτό ἡ ναυτική παρουσία μας ἦταν σχεδόν μηδαμινή καί περιοριζόταν στήν κατά καιρούς παρουσία ἑνός καί μόνου Πολεμικοῦ Πλοίου στό λιμένα Κερκύρας, πού ἐκτελοῦσε μικρές περιπολίες.

Τό 1961 δημιουργήθηκε ἕνα ἀγεφύρωτο χάσμα στίς σχέσεις Ἀλβανίας καί τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Ὁ δικτάτορας Ἐμβέρ Χότζα διώχνει τότε τούς Σοβιετικούς ἀπό τή Σάσωνα ἀλλά κρατᾶ τά Σοβιετικά ὑποβρύχια. Τό νησί παραμένει Ναυτική Βάση τῆς Ἀλβανίας καί οἱ πολυτελεῖς κατοικίες τῶν Σοβιετικῶν Ἀξιωματικῶν χρησιμοποιήθηκαν γιά τόν παραθερισμό τῶν οἰκογενειῶν τῶν Ἀλβανῶν Ἀξιωματικῶν καθώς καί τῆς νομενκλατούρας τοῦ «Ἀλβανικοῦ Κόμματος Ἐργασίας», δηλαδή τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος. Ἡ Ἀλβανία εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἐπιρροή τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Δέν ἄργησε ὅμως νά βρεῖ στή Λαϊκή Δημοκρατία τῆς Κίνας τό νέο ἀφεντικό της καί τόν καινούργιο της προστάτη. Στό πλαίσιο νέων στρατηγικῶν της ἐπιδιώξεων πού ὑπαγορευόντουσαν ἀπό τή νέα πολυπληθῆ σύμμαχό της, ἀξιοποίησε μέ τόν καλύτερο δυνατό τρόπο τή Ναυτική Βάση της στή Σάσωνα. Σέ περίπτωση πολέμου εἶναι βέβαιο ὅτι ἀπ’ αὐτή τή Βάση τά ὑποβρύχιά της, μέ τήν ἱκανότητά τους γιά πολύωρη παραμονή ὑπό τήν ἐπιφάνεια θά μποροῦσαν νά παίξουν μέ ἐπιτυχία τόν στρατηγικό τους ρόλο μόνα τους ἤ καί μέ τή βοήθεια ἄλλων συμμαχικῶν τους.

Τό 1990 μέ τήν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος, ἡ Βάση ὑποβαθμίσθηκε καί τό νησί σχεδόν ἐρημώθηκε. Τό ἔτος 1993 πῆγε στό νησί ὁ Γενικός Γραμματέας τοῦ ΝΑΤΟ Μάνφρεντ Βέρνερ. Ἦταν ἡ πρώτη ἐπίσκεψη Δυτικοῦ Ἀξιωματούχου. Δέν ἔγινε ὅμως σέ κανένα γνωστός ὁ σκοπός τῆς ἐπισκέψεώς του. Πολύ πιθανόν νά ὑπῆρχε κάποιο Νατοϊκό ἐνδιαφέρον.

Αὐτό ὅμως πού εἶναι βέβαιο εἶναι ὅτι ἡ Ἀλβανική Κυβέρνηση ἔχοντας ὑπόψη της τήν ἀξία τῆς Σάσωνος ἀλλά καί τούς στρατηγικούς στόχους τῆς Ἰταλίας φρόντισε νά ὠφεληθεῖ ὅσο ἦταν δυνατό ἀπ’ αὐτό. Ὅπως γνωρίζουμε ὅλοι, ἡ Ἀλβανία δέν εἶχε ποτέ ἀξιόλογες στρατιωτικές δυνάμεις. Γι’ αὐτό καί δέν μπόρεσε ποτέ νά διεκδικήσει μιά ἰσχυρή θέση στό διεθνές «γίγνεσθαι». Μπόρεσε ὅμως νά ἐκτιμᾶ σωστά τό ἐθνικό συμφέρον της. Πάντα ἐνεργοῦσε σύμφωνα μ’ αὐτό! Μέσα σ’ αὐτό τό πλαίσιο ἐκμεταλλεύθηκε καί πάλι τή Σάσωνα.

Ὁ Ἀλβανός Πρωθυπουργός Παντελί Μάϊκο δέν ἄργησε νά τήν παραχωρήσει στούς Ἰταλούς. Τήν Τρίτη 10 Νοεμβρίου 1998 ὑπογράφηκε στή Ρώμη ἡ «οἰκονομική συμφωνία» Ντ’ Ἀλέμα – Μάϊκο. Μετά τή συμφωνία αὐτή ἡ Ἰταλία ἀπέκτησε τό δικαίωμα ἐγκατάστασης στό ἔδαφος τῆς νήσου μίας ἰσχυρῆς ὑπερσύγχρονης στρατιωτικῆς δυνάμεως γιά ἔλεγχο τοῦ στενοῦ τοῦ Ὀτράντου, μέ πρόσχημα τήν ἀποτροπή τῆς διακινήσεως τῶν λαθρομεταναστῶν. Σύμφωνα μέ δημοσιογραφικές πληροφορίες, ἔχει δημιουργηθεῖ καί λειτουργεῖ ἰσχυρή Ἰταλική Βάση ἐπανδρωμένη μέ περισσότερους ἀπό τριακόσιους στρατιωτικούς μέ ὑπερσύγχρονο ἐξοπλισμό.

Τό σημαντικό αὐτό νησί σήμερα βρίσκεται στή γεωστρατηγική σφαίρα τῶν Ἰταλικῶν συμφερόντων. Αὐτό πού δέν πέτυχε ὁ Μουσσολίνι τό 1923 μέ τήν κατάληψη τῆς Κέρκυρας ἀπό τόν Ἰταλικό στόλο, τό πέτυχε σήμερα ἡ Χώρα του μέ τόν πιό ἀνώδυνο τρόπο. Τό ἀντάλλαγμα εἶναι ἡ δέσμευση τῆς Ἰταλίας γιά χρηματοδότηση προγράμματος ὕψους τριακοσίων σαράντα δισεκατομμυρίων λιρεττῶν μέ μορφή δωρεάν βοήθειας ἤ μέ τήν παροχή χαμηλότοκων δανείων. Στό «πακέτο» περιλαμβάνεται καί ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀλβανικοῦ ἠλεκτρικοῦ δικτύου, ὁ ἐξοπλισμός δύο ταξιαρχιῶν, ἡ κατασκευή δρόμου μήκους 72 χιλιομέτρων καί ἡ ἐπαναλειτουργία ἑνός πολεμικοῦ ἀεροδρομίου.

Σήμερα πάρα πολλά χρόνια ἀπό τόν Ἰούνιο τοῦ 1914 πού κυριολεκτικά χαρίσαμε στούς Ἀλβανούς τό πολύτιμο αὐτό νησί, ἡ σκέψη μας γυρίζει πίσω. Ἡ παραχώρηση Ἐθνικοῦ ἐδάφους σέ ἄλλο κράτος ἦταν μιά πράξη πού μόνο ἐγκληματική θά μπορούσαμε νά τή χαρακτηρίσουμε. Ἐγκληματική ἦταν καί ἡ ἐγκατάλειψη τῶν ὁμογενῶν μας πού φύλαγαν σάν θησαυρό στό βάθος τοῦ σεντουκιοῦ τους τή Γαλανόλευκο –τή σημαία πού μέ τέτοια χαρά καί ἀγαλλίαση ὕψωσαν στίς φτωχικές τους καλύβες, ὅταν ἀπελευθερώθηκαν. Κανένας ὅμως ἀπό τούς κυβερνῶντες τότε δέν τούς σκέφθηκε. Κανένας δέν ἀνησύχησε γιά τήν τύχη τους.

Σήμερα μάλιστα τούς ἔχουμε ξεχάσει παντελῶς. Δέν ἔχει σημασία ποιά ἦταν ἡ τότε Κυβέρνηση. Δέν μποροῦν νά ἀποδοθοῦν τώρα πιά εὐθύνες. Ἀναλογιζόμαστε ὅμως τό στρατηγικό ὄφελος πού θά μποροῦσε νά εἶχε ἡ Πατρίδα μας μέ τή Σάσωνα δική μας καί ποιά θά μποροῦσε νά εἶναι σήμερα ἡ ἐπήρειά της στήν ἀποκλειστική οἰκονομική ζώνη τῆς περιοχῆς.

http://www.pronews.gr/istoria/644543_sason-nisi-poy-harisame-stin-alvania-ton-ioynio-toy-1914-foto

Σλαβομακεδόνες, Σλαβόφωνοι Μακεδόνες και μειονότητες

Οκτώβριος 16, 2017
Οι Σλαβόφωνοι Μακεδόνες (όπως άλλωστε υποδηλώνει και το όνομα) είναι Μακεδόνες (Έλληνες δηλαδή) που όμως ομιλούν ένα σλαβικό ιδίωμα. Στην Δυτική Μακεδονία υπάρχουν αρκετοί Έλληνες που μιλούν ακόμα και σήμερα στις καθημερινές συναναστροφές τους ένα σλαβικό ιδίωμα, το οποίο έμαθαν επί Τουρκοκρατίας λόγω της σλαβικής διεισδύσεως και της βίαιης επιβολής τους στους ως τότε Ελληνόφωνους κατοίκους της Δυτικής και Άνω Μακεδονίας.

Το σλαβοβουλγαρικό αυτό ιδίωμα είναι το μόνο απομεινάρι της βουλγαρικής τρομοκρατίας που κορυφώθηκε τον 19ο αιώνα,ιδίως μετά την προκλητικά ευνοϊκή συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), που ίδρυε απαράδεκτα μία «Μεγάλη Βουλγαρία» σε βάρος της Μακεδονίας, της Θράκης και της Σερβίας. Διότι οι Δυτικοί πληθυσμοί της Δυτικής και Άνω Μακεδονίας διατήρησαν με κάθε κίνδυνο την ελληνική συνείδηση τους και την προσήλωση τους στο Πατριαρχείο, παρά τις άγριες διώξεις, τις σφαγές, τις λεηλασίες και την τρομοκρατία. Με την οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), που με την βοήθεια και των Ελλήνων αξιωματικών από την Νότια Ελλάδα, κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους επιδρομείς, και λίγα χρόνια μετά, με τον Β’Βαλκανικό Πόλεμο του 1913, απελευθέρωσαν την Μακεδονία από την βουλγαρική κατοχή και τρομοκρατία.

Παρόλο που σαν ονομασία είναι παραπλήσια, οι Σλαβομακεδόνες δεν έχουν καμία σχέση με τους Σλαβόφωνους Μακεδόνες, καθώς οι πρώτοι είναι σλαβικής καταγωγής ενώ οι δεύτεροι είναι ελληνικής.

Σλαβομακεδόνες ονομάστηκαν τα βουλγαρικά πληθυσμιακά απομεινάρια στον γεωγραφικό χώρο της Ελληνικής Μακεδονίας μετά το 1913 και την Συνθήκη του Νεϊγύ. Από τους αρχικούς εκείνους Σλαβομακεδόνες, ελάχιστα ίχνη παρέμειναν στην Δυτική Μακεδονία και σήμερα αριθμούν 2.000-3.000 άτομα μόνο. Ένας τόσο μικρός αριθμός ατόμων δεν λέγεται καν μειονότητα.
Αυτοί οι Σλαβομακεδόνες δεν έχουν καμία σχέση με τους καθαρά ελληνικούς πληθυσμούς που εγκλωβίστηκαν στην Σερβία μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και εκσλαβίστηκαν ή απλώς ομιλούν την σλαβική και έχουν στην ψυχή τους ελληνική εθνική συνείδηση, αποτελώντας την ελληνική εθνική μειονότητα στο κρατίδιο των Σκοπίων και αριθμώντας τουλάχιστον 100.000 άτομα.
Το ίδιο ισχύει και για τους Σλαβόφωνους Έλληνες της ΒΔ. Μακεδονίας (Κιλκίς, Έδεσσας – Φλώρινας – Καστοριάς), που (250.000 το 1912 και 25-30.000 σήμερα) μιλούν βέβαια το σλαβικό ιδίωμα- που τους επιβλήθηκε διά της βίας επί Τουρκοκρατίας με τις επιδρομές και την τρομοκρατία των Βουλγάρων κομιτατζήδων – είναι όμως γνήσιοι Έλληνες, όχι μόνο στην καταγωγή αλλά και στο φρόνημα και το απέδειξαν αυτό με τους αγώνες τους κατά του σλαβισμού, ιδίως στον Μακεδονικό Αγώνα και τον Εμφύλιο. Είναι απλώς δίγλωσσοι Έλληνες, όπως κάποτε οι τουρκόφωνοι Έλληνες,οι Αλβανόφωνοι,κ.α.

Πρέπει να αναφερθεί ότι το σλαβικό ιδίωμα δεν επιβλήθηκε μόνο διά της βίας.
Το ιδίωμα αυτό περιέχει ελληνικές (κυρίως ομηρικές),τουρκικές, λατινικές, ιλλυρικές και σλαβικές ρίζες. Άρα κάθε άλλο παρά σλαβικό θα μπορούσε να ονομαστεί.

Ο Άγγλος γλωσσολόγος και γεωγράφος Stanford γράφει στο έργο του το 1877:
«Το Μακεδονικό ιδίωμα έχει στενότατη σχέση με την ελληνική γλώσσα, σχετίζεται με τα ήθη και τα έθιμα των ομιλούντων τούτου,με την δημώδη ποίηση τους, την ιδιοσυγκρασία τους και τα χαρακτηριστικά τους, αποδεικνύει οτι αυτοί είναι επί των πλείστον Ελληνικής καταγωγής».

Την γλώσσα αυτή ανέλαβε το Πανσλαβικό Κομιτάτο μέσω των σχολείων, να την καλλιεργήσει και να την φέρει πλησιέστερα προς την Βουλγαρική, οπότε και αποφασίστηκε, ότι εφόσον ομιλείται το σλαβικό ιδίωμα, άρα οι κάτοικοι είναι όλοι Βούλγαροι. Αρχή τελείως εσφαλμένη διότι δεν είναι μόνο η γλώσσα ο δείκτης της Εθνικότητας, αλλά κυρίως η εθνική συνείδηση των ατόμων.

Στη περίπτωση αυτή την απάντηση την έδωσαν οι Σλαβόφωνοι Μακεδόνες. Όταν κατά τον Μακεδονικό Αγώνα το Βουλγαρικό μαχαίρι τους έπαιρνε την τελευταία πνοή με υπερηφάνεια δήλωναν:
«Είμαστε Έλληνες και Έλληνες θέλουμε να πεθάνουμε».

Το μεγαλύτερο μέρος των αγωνιστών της Ελληνικής ιδέας κατά των Σλαβικών Μακεδονικών Κομιτάτων την περίοδο 1904-1908 ομιλεί την διάλεκτο αυτή π.χ. Καπετάν Βαγγέλης εκ Στρεμπένου, Καπετάν Κώστας Νταλίπης εκ Γάβρου, Μητρούσης εκ Σερρών, Παύλος Κύρου εξ’ Ανταρτικού,κλπ.

Οι ίδιοι οι Βούλγαροι αποκαλούν τους Μακεδόνες «Γκραικομανείς» και απειλούσαν με βασανιστήρια και θάνατο αυτούς που θα έπεφταν στα χέρια τους.
Ο επιθεωρητής των Βουλγαρικών δημοτικών σχολείων στην Μακεδονία Κήτσεφ, στη διάλεξή του στη Σόφια το 1899 ενώ αφενός δηλώνει ότι το σλαβικό ιδίωμα ομιλείται από άκρη σε άκρη στη Μακεδονία (μέγα ψεύδος), αφετέρου ομολογεί ότι υπάρχουν 450.000 Έλληνες στην Μακεδονία τους οποίους χαρακτηρίζει ως γραικομανούς.

Ιδού όμως τι έγραψε ο Γάλλος δημοσιογράφος Παγιάρες από τις εντυπώσεις του από την Μακεδονία το 1907:
«Αυτό που με ενδιαφέρει, είναι ότι πάντες οι Μακεδόνες ανεξαρτήτως γλώσσας που ομιλούν, προτιμούν να σταυρωθούν από τους Βούλγαρους παρά να απαρνηθούν τον Ελληνισμό τους.
Δεν χρειάζομαι άλλες αποδείξεις για να πειστώ ότι οι ήρωες αυτοί είναι Έλλληνες και υποκλίνομαι στο μεγαλείο του ηρωισμού τους».

Κατά την εποχή της Ελληνικής Επαναστάσεως η πλειοψηφία των Μακεδόνων όντως ομιλούν το ιδίωμα αυτό.
Η Μακεδονική φάλαγγα, η οποία μετά την κατάπνιξη της Επαναστάσεως στην Μακεδονία,διέφυγε προς το Νότο και συνέχισε τους αγώνες της μέχρι τέλους στο Πήλιο, Εύβοια, Στερεά Ελλάδα και Πελοππόνησο αποτελούταν κατά μεγάλο μέρος από ομιλούντες του σλαβικού ιδιώματος.
Ποιός όμως διαννοήθηκε να αμφισβητήσει τον Ελληνισμό τους;

Όλοι οι Έλληνες της Κεντρικής Μ.Ασίας που εσφάγησαν απο τους Τούρκους ή εκδιώχθηκαν στην Ελλάδα και οι οποίοι είχαν ξεχάσει την ελληνική γλώσσα λόγω ελλειψης ελληνικών σχολείων και μιλούσαν τουρκικά ήσαν Τούρκοι; Ασφαλώς όχι.

Μπορεί να αμφισβητήθει ο Ελληνισμός των Αλβανοφώνων της Αττικής και του Αιγαίου;
Μπορεί να αφισβητηθεί ο πατριωτισμός των κατοίκων των παραμεθωρίων χωριών της Δυτικής Μακεδονίας (Κρατερό, Ανταρτικό, Ηρωικό, Εθνικό, κλπ) οι οποίοι εν τούτοις μιλούσαν το ιδίωμα αυτό;
Και επειδή βρέθηκαν και Ευρωπαίοι συνήγοροιτης Σλαβικής θεωρίας, ας αναρωτηθούν τι θα έλεγαν αν οι Γερμανοί διεκδικούσαν την Ελβετία οπού κατά 80% ομιλείται η γερμανική γλώσσα;
Οι μαύροι της Αμερικής που ομιλούν την Αγγλική ειναι Αγγλοσάξονες;
Οι Φιλιππίνοι που ομιλούν την ισπανική είναι Ισπανοί;

Ποιοί είναι όμως επιπλέον οι λόγοι εξάπλωσης του Σλαβικού ιδιώματος;

1) Βούλγαροι (ελεύθεροι και αιχμάλωτοι) οι οποίοι ζητούσαν εργασία εγκαταστάθηκαν υπό των Βυζαντινών κατά καιρούς στη ύπαιθρο της Μακεδονίας για την εξάσκηση χειρωνακτικών εππαγγελμάτων.
Ομοίως κατά την διάρκεια βουλγαρικών επιδρομών κατά της Μακεδονίας μικρός αριθμός Βουλγάρων δεν συμμετέχει στους διωγμούς αλλά παρέμεινε στην ερημωμένη ύπαιθρο. Η συμβίωση των Ελλήνων της υπαίθρου με τους τελευταίους υπήρξε φιλική με αποτέλεσμα ακόμα και τις επιμιξίες. Λόγω του χαμηλού πνευματικού επιπέδου αυτών των Βουλγάρων, οι εξελληνισμένοι από αυτούς όχι μόνο δεν έχασαν την επαφή με την γλώσσα τους, αλλά και οι συμβιούντες με αυτούς Έλληνες έμαθαν το ιδίωμα αυτό ώστε με τον χρόνο να καταστούν δίγλωσσοι. Αυτό το ομολογεί ο Βούλγαρος διπλωμάτης με το ψευδώνυμο «Brankof» το 1905 στο σύγγραμμα του «La Macedoine et la population chretienne», όπου γράφει ότι οι πόλεις της Βουλγαρίας πριν τον 19ο αιώνα κατοικούντο από Έλληνες οι οποίοι λόγω της εμπορικής προς τους αμόρφωτους χωρικούς επικοινωνίας τους αναγκάζονταν να μάθουν και να μιλούν το σλαβικό ιδίωμα.
Επίσης ο Ρώσος ιστορικός Goloubisky γράφει:
«Κατά το 1830 ακόμη ουδείς των κατοίκων των πόλεων της Βουλγαρίας και Ανατολικής Ρωμυλίας θεωρεί τον εαυτό του Βούλγαρο,ούτε ήθελε να μιλήσει την Βουλγαρική,απεναντίας μισούσαν ο,τι βουλγαρικό».

2) Η παντελής έλλειψη ελληνικών σχολείων στην ύπαιθρο μέχρι τέλους του 18ου αι., καθιστά ευκολότερα την εκμάθηση του σλαβικού ιδώματος, το οποίο ως πρωτόγονη γλώσσα είναι φτωχή, απλούστατη και ευκολότερη της ελληνικής.Γι’αυτό η εξάπλωση του ιδιώματος παρατηρείται μόνο στην ύπαιθρο.
Μεχρι το 1760 μόνο 40 ελληνικά σχολεία υπήρχαν στην Μακεδονία και στην Θράκη.Από το 1760 μέχρι το 1779 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σαμουήλ ιδρύει Νοτίως του Αίμου χώρας και την κυρίως Ελλάδα 40 κλασσικές σχολές και 300 Δημοτικά σχολεία. Έτσι δίνει την πρώτη ώθηση των ελληνικών σχολείων. Πολλοί όμως ομογενείς πλούσιοι τον μιμούνται και αυξάνει ο αριθμός των σχολείων.

3) Οι Τούρκοι μόνο μεταξύ των Ελλήνων διενεργούσαν το παιδωμάζωμα λόγω των αρετών της φύλης μας.Οι Έλληνες για να αποφύγουν αυτή την γενοκτονία μεταχειρίστηκαν διάφορα τεχνάσματα, μεταξύ των οποίων να μαθαίνουν αυτοί και τα παιδιά τους το σλαβικό ιδίωμα, το οποίο ομιλούν κατά τις περιόδους του παιδομαζώματος για να προσποιήθουν ότι ήσαν Σλάβοι. Αυτό δεν κινούσε υποψίες καθώς υπήρχαν κατεσπαρμένοι βουλγαρικοί συνοικισμοί και η επαφή μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ηταν εύκολη.
Το τέχνασμα αυτό επαναλαμβανόταν για να αποφύγει η φυλή μας τις σφαγές των Τούρκων. Όλη η μανία των Οθωμανών και το μίσος τους στρεφόταν κατά των Ελλήνων διότι αυτούς θεωρούσαν εκπροσώπους του Χριστιανισμού και εχθρους του Ισλάμ. Τους Βούλγαρους, όχι μόνο δεν τους ενόχλησαν, αλλά συνεργάστηκαν μαζί τους για να καταδυναστεύουν ευκολότερα τον Ελληνισμό.

4) Η επί 75 χρόνια πολύμορφη δράση του Πανσλαβιστικού Κομιτάτου της Μακεδονίας, κατά την οποία εκατοντάδες ελληνικά σχολεία εκλεισαν δια της βίας ενώ αντιστρόφως εκατοντάδες βουλγαρικών ιδρύθηκαν, στα οποία πλουσιοπαρόχως και εντελώς δωρεάν εκπαιδεύτηκαν δια βίας μη Σλαβόφωνοι και Σλαβόφωνοι Έλληνες. Τα κύματα των δολοφονιών εναντίον εκείνων που αντιστέκονταν στον εκβουλγαρισμό των Ελλήνων και η μέχρι του 1904 αδράνεια του επίσημου ελληνικού κράτους συνετέλεσαν στο να επεκταθεί το ιδίωμα αυτό στην Μακεδονία.
Όταν το 1905 ο Μακεδονομάχος Αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Μαζαράκης επισκέφθηκε ένα χωριό κοντά στα Γιαννιτσά, σε μία οικογένεια γνώρισε τον παππού να ομιλεί ελληνικά, τον γιο να μιλά και ελληνικά και το σλαβικό ιδίωμα και τον εγγονό να ομιλεί μόνο το σλαβικό ιδίωμα. Παρ’όλα αυτά ήσαν ακραιφνείς Έλληνες. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει την επίδραση της προπαγάνδας και των εκβιασμών του Σλαβικού κομιτάτου κατά των Ελληνοφώνων ακόμη κατοίκων της Μακεδονίας.
Ο Ρώσος συγγραφέας Δουρδόνωφ σε επιστημονικό του σύγγραμμα το 1905 με τίτλο
«Έχουν οι Βούλγαροι ιστορικά δικαιώματα σε Μακεδονία-Θράκη και Παλαιά Σερβία;» αναφέρει:
«Οι κτήσεις των Βουλγάρων σε Θράκη και Μακεδονία είχαν πάντα χαρακτήρα παροδικών αρπαγών».
Και τέλος ο Βούλγαρος Αντιστράτηγος Ν. Ιβάνωφ διοικητής της βουλγαρικής Στρατιάς, η οποία έδρασε κατά των Ελλήνων το 1913 στο σύγγραμμά του «ο Βαλκανικός πόλεμος 1913» ομολόγησε προς τους Βουλγάρους ότι:
«Το γλωσσικό Μακεδονικό ιδίωμα δεν αποτελεί κριτήριο της εθνικής συνείδησης των Σλαβοφώνων πληθυσμών όπως νομίζαμε και γι αυτό απογοητευθήκαμε από την συμπεριφορά των Βουλγαροφώνων Μακεδόνων προς εμάς».

Οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζουν ότι ο περισσότεροι των καπεταναίων και των ανταρτών του Μακεδονικού Αγώνα ήσαν Έλληνες Σλαβόφωνοι, οι οποίοι για τους γνωστούς λόγους δεν γνώριζαν την Ελληνική. Γνώριζαν όμως πολύ καλά ότι ήσαν γνήσιοι Έλληνες Μακεδόνες, απόγονοι του Μ.Αλεξάνδρου ανεξαρτήτως αν οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι διά της βίας είχαν υποχρεώσει τους παππούδες τους και τους πατέρες τους να μάθουν τα τέκνα τους βουλγαρικά. Οι ηρωικές πράξεις των σλαβοφώνων αυτών, η υβριστική εκ μέρους των Βουλγάρων ονομασία των Γραικομανών και το άφθονο αίμα το οποίοι έχυσαν για την Ελληνική ιδέα αποτελούν τις τρανότερες αποδείξεις για την αλήθεια των ανωτέρω.

Μεταναστεύσεις Σλαβοφώνων από την Ελλάδα στην Βουλγαρία

Βάσει της Συνθήκης Ειρήνης του Νεϊγύ (29/11/1919) μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, οι Σλαβόφωνοι στην Ελλάδα που θεωρούσαν τους εαυτούς τους Βουλγάρους, μπορούσαν μέχρι το 1924 να μεταναστεύσουν στην Βουλγαρία με αποζημίωση από το Ελληνικό κράτος. Επειδή μέχρι το 1924 ο αριθμός των αρνηθέντων της Ελληνικής εθνικότητας ήταν μικρός, η Βουλγαρία ζήτησε παράταση μέχρι το 1932 και την πήρε.

Το σύνολο των μεταναστών σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών (πρόδρομος του ΟΗΕ) ήταν 66.126 άτομα από τους εξής νομούς και τις εξής επαρχίες:
Φλώρινας : 1290
Καστοριάς :4090
Έδεσσας : 1800
Καϊλαρίων: 600
Ενωτίας: 106
Γιαννιτσών 6.670
Βέρροιας: 30
Ηγουμενίτσας :7500
Κιλκίς: 5.000
Θεσ/νίκης: 2.590
Σιδ/κάστρου: 9.640
Σερρών : 10.400
Ζίχνης :175
Πραβίου :20
Δράμας :16.050
Καβάλας : 165

Όλοι οι απομείναντες στην Ελλάδα δήλωσαν Ελληνική Εθνικότητα αποκρούωντας την Σλαβική. Επομένως από της εποχής εκείνης έπαυσε πλέον να υφίσταται θέμα Σλαβικής (σήμερα δήθεν «μακεδονικής») μειονότητας στην Μακεδονία.

Πηγή: Η φυλετική συνέχεια των Ελλήνων, συγγραφέας: Αλέξανδρος Αγγέλης
Πηγή: «Η εναντίον της Μακεδονίας βουλγαροκομμουνιστική επιβουλή», Συγγραφέας: Γ.Α.Λ
Γ.Μ.

Αρβανίτες: Έλληνες ή Αλβανοί;

Οκτώβριος 16, 2017

Οι Αρβανίτες (στην αρβανίτικη γλώσσα: arbërorë ή arbëreshë) θεωρούνται οι απόγονοι μεταναστών από το Άρβανον (περιοχή της σημερινής κεντρικής και νότιας Αλβανίας), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της κεντρικής και νότιας Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, κυρίως μεταξύ του 13ου αιώνα και του 15ου αιώνα. Οι Αρβανίτες έπαιξαν κυρίαρχο και ουσιαστικό ρόλο τόσο κατά τη διάρκεια της Eλληνικής Επανάστασης του 1821 όσο και στη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους στη συνέχεια. Πρωτοαναφέρονται στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, «Αλεξιάδα». Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081 –1118). Στην «Ιστορία» (1079 –1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλιάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.

 

Σύμφωνα με μια θεωρία η λέξη Αρβανίτης έχει κοινή προέλευση με τη λέξη «Αλβανός»,με αλλαγή των συμφώνων ρ-λ.

Στους περισσότερους Αρβανίτες δεν αρέσει καθόλου να τους λένε Αλβανούς. Στη δεκαετία του 1990 ο Αλβανός Πρόεδρος Σαλί Μπερίσα (Sali Berisha) περιέγραψε τους Αρβανίτες σαν μια αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των Αρβανιτών στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με τον Αριστείδη Κόλλια, μερικοί Αρβανίτες στο βορειοδυτικό τμήμα της Ηπείρου παραδοσιακά αυτοαποκαλούνται και με την ονομασία Shqiptár, χωρίς να επικαλούνται αλβανική εθνική συνείδηση (Σκιπτάρ=οπλοφόρος (από το λατινικό scipio που σημαίνει ράβδος (εκ του σκήπτρο) και skapt=δόρυ). Οι Αλβανοί αποκαλούν έτσι τους εαυτούς τους σήμερα και την χώρα τους Σκηπερία (Republika e Shqipërisë), αν και προσπαθούν να ταυτίσουν τη λέξη σκιπτάρ=οπλοφόρος με την λέξη σκιπόνιε που σημαίνει αετός). Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται επίσης σε μερικά χωριά της Θράκης, όπου οι Αρβανίτες μετανάστευσαν από τα βουνά της Πίνδου κατά τον 19ο αιώνα. Από την άλλη μεριά αυτή η λέξη είναι παντελώς άγνωστη στο κύριο σώμα των Αρβανιτών της νότιας Ελλάδας.

Καταγωγή των Αρβανιτών

Για την καταγωγή των Ελλήνων Αρβανιτών υπάρχουν πολλές θεωρίες οι περισσότερες από τις οποίες δεν είναι και τόσο αξιόπιστες. Η γνώση που έχουμε είναι κατά κύριον λόγον ιστορική και όχι καθαρά επιστημονική. Οι Αρβανίτες ξεκίνησαν από την περιοχή του Αρβάνου (σημερινή Αλβανία). Η περιοχή της σημερινής Αλβανίας είναι η αρχαία Ιλλυρία, κοιτίδα των Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήρθαν στην Ελλάδα πριν από την Οθωμανική κατάκτηση και δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στο ζήτημα της θρησκείας και της κουλτούρας.

Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πριν την Οθωμανική κατάκτηση γι’ αυτό και διαφέρουν από τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά. Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι η αρβανίτικη γλώσσα χρησιμοποιεί ελληνικό συντακτικό κι ως γνωστόν το συντακτικό, γλωσσικά δεν «δανείζεται».

Να σημειωθεί εδώ ότι οι μετανάστες εκείνοι, ποτέ δεν ονόμασαν τους εαυτούς τους Αρβανίτες. Αρβανίτες τους ονόμασαν οι γηγενείς της Ελλάδας, όπως συνήθως ονομάζουν κάποιον που πάει από άλλο μέρος, κατά το Σοφικίτες, Βατικιώτες, Υδραίοι, Ποριώτες και άλλοι, από τον τόπο προέλευσης.

Σήμερα οι απόγονοι των Ελλήνων-Αρβανιτών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πριν 650 χρόνια, έστω κι αν κάνουν αρβανίτικους Συνδέσμους και Συλλόγους, δεν δέχονται καν ότι είναι Αρβανίτες-Αλβανοί, αλλά Έλληνες από την Αλβανία.

Από αυτούς τους Έλληνες–Αρβανίτες, που πολλοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την αρβανίτικη διάλεκτο και στις μέρες μας για τη συνεννόησή τους με τους σημερινούς Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες, προήλθε μεγάλος αριθμός αγωνιστών του 1821, όπως αναφέρουν διάφορες πηγές, μεταξύ των οποίων οι:

Ανδρέας Μιαούλης ή Ανδρέας Βώκος, ναύαρχος, αργότερα πολιτικός.

Μάρκος Μπότσαρης, Σουλιώτης αγωνιστής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σκοτώθηκε το 1823 από Τουρκαλβανούς, στο Καρπενήσι.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής εταιρίας (το καράβι της μάλιστα το βάφτισε με το αρχαιοελληνικό όνομα «Αγαμέμνων»).

Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος, αργότερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Θεόδωρος Πάγκαλος, στρατηγός και δικτάτορας.

Αλέξανδρος Κορυζής, Πρωθυπουργός του ’41, και άλλοι.

Ιλλυρική καταγωγή

Μια από τις απόψεις για την καταγωγή των Αρβανιτών, είναι ότι οι Αρβανίτες που ήρθαν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ήταν αμιγή ιλλυρικά φύλα, δηλαδή Αλβανοί (αν και για πολλούς οι σύνδεση των σημερινών Αλβανών με τους αρχαίους Ιλλυριούς είναι αρκετά συζητήσιμη*), οι οποίοι με το πέρασμα των αιώνων εξελληνίστηκαν και αναμείχθηκαν με τον ελληνικό πληθυσμό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Οι αντιδράσεις σε αυτή την εκδοχή προέρχονται κυρίως από τους ίδιους τους Αρβανίτες οι οποίοι στην συντριπτική πλειοψηφία δεν δέχονται την περίπτωση της αλβανικής καταγωγής ενώ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με το όνομα Αρβανίτες ονομάζονταν οι Αλβανοί που πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων κατά των Ελλήνων, δηλαδή οι λεγόμενοι Τουρκαλβανοί, που σημαίνει ότι η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τους αλβανόφωνους Έλληνες**.

Πελασγική καταγωγή

Η άποψη περί καταγωγής των Αρβανιτών από τους προέλληνες Πελασγούς, υποστηρίζεται κυρίως από την αλβανική πλευρά και από κάποιους Αρβανίτες συγγραφείς και μελετητές. Έτσι τονίζεται η πελασγική καταγωγή όχι μόνο των Αρβανιτών αλλά και των Αλβανών καθώς και η ταύτιση των αρβανίτικων με τη γλώσσα των Πελασγών, με σκοπό να προβληθεί η άποψη ότι οι το αλβανικό έθνος αποτελεί τον αρχαιότερο πληθυσμό των Βαλκανίων, πριν ακόμα την έλευση των Ελλήνων, και ότι οι Αρβανίτες είναι οι πραγματικοί ιθαγενείς του Ελλαδικού χώρου τους οποίους οι Έλληνες συνάντησαν ως Πελασγούς, κατά την κάθοδο τους. Αυτή η εκδοχή όμως στερείται ρεαλιστικότητας, αφού δεν είναι δυνατόν μετά από τρεις και πλέον χιλιετίες να διασώθηκαν πελασγικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα.

Καταγωγή από τους Τόσκηδες

Μια δημοφιλής θεωρία είναι αυτή που ανάγει την καταγωγή των Αρβανιτών, στους Τόσκηδες της νότιας Αλβανίας, οι οποίοι αποτελούν τη μία από τις δύο μεγάλες εθνικές ομάδες των Αλβανών (η άλλη είναι οι Γκέγκηδες, που ζουν στην βόρεια Αλβανία). Ως γνωστόν, υπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης (οι Τόσκηδες θεωρούν τους Γκέγκηδες άξεστους, αμόρφωτους και κατώτερους πολιτισμικά), ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο. Οι Αρβανίτες λοιπόν, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, αποτελούν τους Τόσκηδες που μετανάστευσαν από την Βόρεια Ήπειρο στην Ελλάδα. Η εκδοχή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι Αρβανίτες μπορούν να συνεννοηθούν σε κάποιο βαθμό μιλώντας αρβανίτικα μόνο με τους Τόσκηδες, ενώ η συνεννόηση με τους Γκέγκηδες είναι αδύνατη, όπως επίσης και από το ότι η αρβανίτικη γλώσσα περιέχει πλήθος αρχαϊκών στοιχείων της ελληνικής.

Δωρική καταγωγή

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των δωρικών ελληνικών φύλων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός, πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και την αγροτιά. Κοινωνία κλειστή μη δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες φατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά αρβανίτικα από μελέτες που έχουν γίνει περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και«βαριά». Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου.

Πάρα πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με τους Σφακιανούς της Κρήτης και από φυλετικής απόψεως και από πλευράς κουλτούρας. Είναι γνωστό ότι οι Σφακιανοί προέρχονται από τους Δωριείς και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα της οποίας προέρχεται από την λέξη Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των φατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και η βεντέτα η οποία στους σημερινούς Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει διατηρηθεί. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια συναντούμε τα μαύρα σκουφιά, χαρακτηριστικό των Αρβανιτών των παλαιότερων χρόνων. Από μία ατόφια μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε κατάλαβε αμέσως ότι ήταν Αρβανίτες απο τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά τους.

Στο «Λεξικό Εθνών – Εθνοτήτων – Λαών» του Γιόζεφ Βολφ, αναφέρονται τα παρακάτω:

«Αρβανίτες ή Αλβανοί: Λαός που διαμορφώθηκε στο χώρο της σημερινής Αλβανίας τους πρώτους μ.Χ. αιώνες. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (πέθανε το 160-168 μ.Χ.) αναφέρει μια φυλή στην Ιλλυρία με το όνομα Άλβανες, που ζούσε στο χώρο μεταξύ Δυρραχίου και Δίβρης. Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένωση πατριών που συγκροτήθηκε για αυτοάμυνα. Αυτή η ένωση ενισχύεται πολύ την εποχή των μεγάλων βαρβαρικών επιδρομών του 4ου-7ου μ.Χ. αιώνα. Τότε, στην περιοχή θα εισβάλουν σλαβικά φύλα που θα καταστρέψουν τις πόλεις. Μεγάλο μέρος των κατοίκων αυτών των πόλεων καταφεύγει στα βουνά και πυκνώνει τις γραμμές των Αλβανών, οι οποίοι φυσικά αντιστέκονται και αποκρούουν τους Σλάβους. Στις αρχικές ιλλυρικές πατριές, που συγκρότησαν τους Αλβανούς ή Αρβανίτες, προστέθηκαν τώρα και στοιχεία των παραλίων, ελληνικά, ρωμαϊκά κ.λπ. Οι Αλβανοί ή Αρβανίτες ενισχύονται ακόμα περισσότερο στην περίοδο της βουλγαρικής επέκτασης. Είναι καθαρά ποιμενικές πατριές, που κρατούν το όπλο στο χέρι. Οι Βυζαντινοί θα τους χρησιμοποιήσουν ως κλεισουράρηδες, φύλακες στα ορεινά μέρη. Θα ξεχωρίσουν τρεις διαφορετικές ομάδες: Οι Γκέγκηδες, οι Τσάμηδες και οι Τόσκηδες, με μια μικρότερη υποδιαίρεση, τους Λιάπηδες. Δε συγκρότησαν έθνος, παρόλο που είχαν βρεθεί από νωρίς μπροστά σε κοινό εχθρό. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, οι αρβανίτικες πατριές χρησιμοποιούνται ως στρατός στα φεουδαρχικά κρατίδια που συγκροτήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Τον 14ο αιώνα οι ένοπλοι αυτοί Αρβανίτες που είχαν εγκατασταθεί σʼ όλη την οροσειρά της Πίνδου εξεγείρονται, ανατρέπουν την εξουσία στην Ήπειρο και δημιουργούν τρία κρατίδια: των Μπουαίων με κέντρο το Αγγελόκαστρο, των Λιοσαίων με κέντρο την Άρτα και του Κάρολου Τόπια, που καταλάμβανε τη Β. Ήπειρο και μέρος της Αλβανίας Με τη διάλυση αυτών των κρατιδίων οι πολεμικές πατριές των Αρβανιτών σκορπούν ως μισθοφόροι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: στην Αττική και Βοιωτία ως μισθοφόροι των Ατσαγιόλι και στην Πελοπόννησο ως μισθοφόροι των Παλαιολόγων. Οι Τούρκοι θα τους βρουν απλωμένους σʼ όλη την Ελλάδα. Οι Τούρκοι θα εξισλαμίσουν το βασικό όγκο των αρβανίτικων φατριών, που κατοικούσαν πέρα από τα όρια της σημερινής Ελλάδας και θα τους χρησιμοποιήσουν ως στήριγμα της εξουσίας τους. Οι Αρβανίτες που βρέθηκαν σκορπισμένοι, ως μισθοφόροι θα μείνουν κατά το πλείστο χριστιανοί και γιʼ αυτό θα πολεμούν τους Τούρκους. Αυτοί οι Αρβανίτες θα συγχωνευτούν τελικά με το Νεοελληνικό έθνος. Αντίθετα, οι εξισλαμισμένοι θα συγκροτήσουν το έθνος των Αλβανών, που ζει στην Αλβανία. Οι Αλβανοί όμως ονομάζουν τον εαυτό τους Σκιπτάρ. Ως μισθοφόροι, οι Αρβανίτες βρίσκονται σκορπισμένοι στα πέρατα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι χριστιανοί Αρβανίτες θα είναι οι βασικοί μισθοφόροι της Βενετίας και θα δράσουν σʼ όλη τη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων. Μεγάλος αριθμός Αρβανιτών μισθοφόρων θα εγκατασταθούν στο βασίλειο της Νεάπολης, όπου θα παραμείνουν Και μετά την κατάλυση. Απόγονοί τους ζουν σήμερα σκορπισμένοι στη Ν. Ιταλία. Μεγάλος όγκος Αρβανιτών θα κατέβει στον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο το 1770, την εποχή των Ορλωφικών. Για μια περίοδο θα κυριαρχήσουν στην Πελοπόννησο, ενώ θα εξαναγκάσουν σε φυγή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου. Έγιναν πραγματική συμφορά. Οι ίδιοι οι Τούρκοι θα τους καταδιώξουν. Σε συνεργασία με τις κλέφτικες ομάδες της Πελοποννήσου οι Τούρκοι θα τους εξοντώσουν. Μαζί με τις ένοπλες πατριές είχαν κατέβει στην Πελοπόννησο και πολλοί ποιμένες. Με το διωγμό, οι περισσότεροι θα φύγουν για να εγκατασταθούν στα νησιά (Κυκλάδες, Σάμο κ.λπ.), ενώ ένα μεγάλο μέρος θα επιστρέψει στην Αλβανία, μετά από περίπου 10 χρόνια παραμονής στην Πελοπόννησο. Αρβανίτες θα εγκατασταθούν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, τόσο ως μισθοφόροι των Βενετών, όσο και ως μισθοφόροι των Τούρκων. Οι χριστιανοί Αρβανίτες, που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο πριν από την Τουρκοκρατία, θα πολεμήσουν τους Τούρκους και στη συνέχεια, μέσα από κοινούς με τον ελληνικό πληθυσμό αγώνες κατά των Τούρκων, θα συγχωνευτούν με τους Έλληνες. Οι Αρβανίτες θα αφομοιωθούν από το νεοελληνικό έθνος. Η γλώσσα των Αρβανιτών γενικά ήταν φτωχή και οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιούν πολλές ελληνικές λέξεις. Σιγά σιγά η γλώσσα τους χάνεται. Η αρβανίτικη γλώσσα δε χάθηκε εντελώς μόνο στις περιοχές, όπου οι Αρβανίτες έμειναν ως αποκλειστική-κλειστή κοινωνία(Αττική και Βοιωτία και κατά κάποιο τρόπο η Κορινθία). Όταν η κλειστή κοινωνία τους θα σπάσει (από τα μέσα του 18ου αιώνα και έπειτα) η αρβανίτικη γλώσσα θα αρχίσει να υποχωρεί. Εξακολουθεί να αντιστέκεται όμως, στα ορεινά χωριά της Βοιωτίας-Αττικής».

Η κάθοδος των Αρβανιτών

Η ιστορία της καθόδου των Αρβανιτών ή Αλβανιτών ξεκινά από τον 13ο αιώνα. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αλβανική αριστοκρατία μόνο πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους.

Αυτοί οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι σταδιακά το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν και την ελευθερία τους πωλούμενοι ως σκλάβοι.

Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την νέα αυτή κατάσταση, οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να αποκτήσουν νομαδικές συνήθειες. Βλέπανε τη μετανάστευση ως μοναδική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η μονοπώληση των αλβανικών εδαφών από τους Αλβανούς άρχοντες που γίνονταν όλο και πιο βίαιοι. Πέρα όμως από τις μεταβολές αυτές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον η οθωμανική εισβολή.

Οι πηγές αναφέρουν ότι η δια θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν αναφορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ. Τέλος η εσωτερική μετακίνηση εντός της επαρχίας Ηπειρωτών μεταναστών, που στο μεταξύ πλήθαιναν με γάμους και τις επιμειξίες σταμάτησε γύρω στο 1600 μ.Χ.

Από τότε, όλοι οι Αρβανίτες που απαντώνται εκτός Αλβανίας παρουσιάζονται ως γνήσιοι νομάδες, και τους συναντούμε από τη Θεσσαλία ως την Αττική και από την Ακαρνανία ως τα νότια της Πελοποννήσου. Ατομικά ή συλλογικά, η αρβανίτικη αυτή μετανάστευση εμφανίζεται ως αντίδραση φυγής σε μία κοινωνική καταπίεση που είχε γίνει αφόρητη.

Οι Αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Όμως οι Αλβανοί ασπάστηκαν θρησκείες όπως ο Μουσουλμανισμός και ο Ρωμαιοκαθολισμός ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα. Η Θεσσαλία υπήρξε η πρώτη ελληνική επαρχία που δέχτηκε τις αρβανίτικες μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης, μετά τη Θεσσαλία οι Αρβανίτες πήγαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας και έφθασαν ως την Καστοριά. Μαζί τους έφεραν και τα προτερήματά τους ως γεωργοί.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο σε μικρούς αριθμούς μετά από πρόσκληση του δεσπότη Μανουήλ Καντακουζηνού (1348 – 1380). Κατόπιν, ο δεσπότης Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1383 – 1407) προσκάλεσε περίπου 10.000 Αρβανίτες για να εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στον βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Σε μια περίπτωση, 6.000 Αρβανίτες από την Γλαρέντζα εστάλησαν στο πεδίο μάχης. Στα μέσα του 1454, ένας ηγέτης που ονομαζόταν Πέτρος Βουάς είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες κάτω από την εντολή του.

Επίσης, οι Βενετοί μίσθωσαν πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν ως«Stradioti». Με βάση τους υπολογισμούς ενός γαλλικού αυτόπτη μάρτυρα Philippe de Commines (1447 – 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο, ως πεζοί και έφιπποι. Επιπλέον, οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηριζόντουσαν ως Έλληνες. « Ήσαν άπαντες Έλληνες, ελθόντες εκ των πόλεων ας κατέχουσα εν Ελλάδι οι Βενετοί, τινές μεν εκ του Ναυπλίου εν Πελοποννήσω, άλλοι δε εξ Αλβανίας, ενώπιον του Δυρραχίου».

Οι Αρβανίτες υπηρέτησαν επίσης στο στρατό του Ερρίκου Η’ της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491 – 1547) και του Henry Ε’ της Αγγλίας. Οι Αρβανίτες είχαν θέσεις σε πολλές ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχώρησαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και ως Έλληνες.

Από το σύνολο των μεταναστών, όσοι έφτασαν στην Πελοπόννησο και είχαν εγκατασταθεί σε δυσπρόσιτες ορεινές ζώνες, σχημάτιζαν συμπαγείς ομάδες. Καθώς συχνά δεν είχαν ενδοιασμό να τεθούν υπό τις διαταγές ενός ελληνόφωνου άρχοντα, που ήταν απευθείας απόγονος της παλαιάς αυτοκρατορικής δυναστείας, μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αποτέλεσαν βασική εστία αντίστασης στους Οθωμανούς. Με την υιοθέτηση κοινής στάσης, οι ελληνο-αρβανίτικες ενώσεις, διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, πολλοί Αρβανίτες συμμετείχαν στο Μακεδονικό Αγώνα (1903) όπως ο Βαγγέλης Κοροπούλης από την Μάνδρα.

Ανθρωπολογικές μελέτες

Στις ανθρωπολογικές έρευνες του Θεόδωρου Κ. Πίτσιου, οι Αρβανίτες αποτελούν αιγιακό πληθυσμό με διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τους Αλβανούς. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Η εξέταση αυτών των ομάδων (Αρβανιτοφώνων), μία στη Μεσσηνία, μία στην Αργολίδα και δύο στην Κορινθία, έδειξε ότι σε καμία περίπτωση δεν ξεχωρίζουν από το συνολικό πληθυσμό της Πελοποννήσου ή από τις γειτονικές ομάδες. Σε κανέναν από τους ενενήκοντα χάρτες γνωρισμάτων που σχεδιάστηκαν, δεν μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο από όσο με τις γειτονικές τους γεωγραφικές ομάδες. Επίσης, στα στατιστικά δενδρογράμματα ,ταυτόχρονης σύγκρισης περισσοτέρων γνωρισμάτων, δεν διαχωρίζονται οι αρβανιτόφωνες ομάδες από τις υπόλοιπες της Πελοποννήσου».
Θ. Κ. Πίτσιος. Ανθρωπολογική Μελέτη του Πληθυσμού της Πελοποννήσου. Η Καταγωγή των Πελοποννήσιων. Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος Αρ. 2. Αθήνα, 1978.

Αυτή η επιστημονική έρευνα αποδεικνύει πως οι Αρβανίτες ήταν μόνο Έλληνες που εν μέρει εξαλβανίστηκαν γλωσσολογικά εξαιτίας της κατοίκησης μεταξύ αλβανόφωνων πληθυσμών, περίπτωση παρόμοια με τους σύγχρονους αλβανόφωνους Βορειοηπειρώτες Έλληνες που μετανάστευσαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

* Οι εκδοχές είναι αρκετές (πολύ ενδιαφέρουσα εκπομπή, όπου αναφέρονται πολλά ιστορικά στοιχεία, με τον καθηγητή Φίλια και τον Βαλκανολόγο Αχιλλέα Λαζάρου). Κατά μία εκδοχή, η χώρα των Αλβανών βρισκόταν στην Υπερκαυκασία, κοντά στην Κασπία Θάλασσα, δίπλα στην Αρμενία και τη Γεωργία, μέχρι που τους διέλυσαν οι Ρωμαίοι τον 1ον μ.Χ. αιώνα. Πρωτεύουσα ήταν η Καμπάχα, ερείπιά της υπάρχουν και σήμερα. Μετά την καταστροφή από τους Ρωμαίους πολλοί Αλβανοί έφυγαν από την Υπερκαυκασία και ήρθαν στη Ιλλυρία. Κοντά στα σημερινά Τίρανα δημιούργησαν το χωριό Αλβανόν ή Άρβανον, στην περιοχή της σημερινής Κρόιας. Το χωριό αυτό για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Πτολεμαίο το Γεωγράφο, ως «Αλβανόπολις», και τον 11ο αιώνα από τους βυζαντινούς. Έτσι ονομάστηκαν Αλβανοί ή Αρβανίτες. Και σιγά σιγά άρχισαν να αυξάνονται, ενώ παράλληλα έφταναν εκεί κι άλλοι Ανατολίτες ή Σλάβοι. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, οι σημερινοί Αλβανοί ήταν θρακικά φύλα από την Δαρδανία (σημερινή περιοχή των Σκοπίων) ή γερμανικά φύλα που αναμείχθηκαν με τους ντόπιους Ιλλυριούς.

** Το πιο χτυπητό παράδειγμα της διαφοράς ανάμεσα στον Έλληνα Αρβανίτη και στον Τουρκαλβανό, το συνειδητοποιεί κανείς με τους Σουλιώτες. Δίγλωσσοι κι εκείνοι, έδειξαν πόσο ψεύτικο είναι το επιχείρημα της αναγωγής σε μια άλλη εθνότητα με στοιχείο τη γλώσσα. Με ελληνικά ή με αρβανίτικα, τραγούδησαν και τραγουδήθηκαν τα κατορθώματά τους που τα ενέπνεε ένα και μόνο: Ή αγάπη για την ελευθερία, η ελληνική συνείδηση, το αδιαίρετο με τη μία έννοια Ελλάδα. Αγεφύρωτο το χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τους Τουρκαλβανούς κι όχι μόνο. Και τους Λατίνους, τους Παπιστανούς, που τραγική επιβεβαίωση και το ίδιο το βόλι που σκότωσε τον πιο αγαπητό ίσως ήρωα του 1821, τον Σουλιώτη Μάρκο Μπότσαρη. Mια ακόμα απόδειξη είναι ότι και ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του, όταν αναφέρει τη λέξη«Αρβανίτης», εννοεί «Τουρκαλβανός». Και θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία για τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος θεωρείται από τους σημερινούς Αλβανούς, λίγο πολύ ως…συμπατριώτης τους. Ακόμα κι αν η αρβανίτικη καταγωγή των Κολοκοτρωναίων μπορεί να θεωρηθεί διερευνήσιμη, εν τούτοις το γεγονός ότι το 1769 ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής, μαζί με τα αδέλφια του Αποστόλη, Γιώργο και Αναγνώστη, είχε συντρίψει τους Αρβανίτες-Τουρκαλβανούς που μάστιζαν την Πελοπόννησο και το 1770 είχε συμμετάσχει στην εξέγερση του Μοριά κατά τα Ορλωφικά, ενώ το 1779 συμμετείχε στην εξόντωση των Τουρκαλβανών της Πελοποννήσου, είναι στοιχεία αδιαμφισβήτητα. Χαρακτηριστική είναι επίσης η αποστροφή του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του: «Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα:«Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν». [Πηγές: livepedia.gr | el.wikipedia.org | koutouzis.gr |nightly-visitor.blogspot.com | multiforums.gr | epirus-history.gr |pianarcadia.gr αναδημοσίευση από το Πάρε-Δώσε

Posted on by

Το γραπτό κείμενο 7270 ετών που βρέθηκε στην Καστοριά και ανατρέπει τα πάντα! – Οι Έλληνες είχαν αλφάβητο

Οκτώβριος 12, 2017

Το πρώτο γραπτό κείμενο στην Ευρώπη – Το 1998 ο καθηγητής κ. Γ. Χουρμουζιάδης δήλωσε πως είναι αδύνατη η δημοσίευση του κειμένου.

Είναι εμφανές πως η όποια επίσημη δημοσίευσή της θα ανέτρεπε όλο το ιστορικό σκηνικό περί ανακάλυψης της γραφής, της αποτύπωσης της έναρθρης φωνής του ανθρώπου με γράμματα (και όχι με ιδεογράμματα) και μάλιστα στο γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας, στο γεωγραφικό χώρο της Ευρώπης.

Θα ανατρέπονταν δηλαδή η θεωρία πως οι Έλληνες έλαβαν και αυτοί, το φως εξ ανατολάς ( από βαβυλώνιους, σουμέριους, φοίνικες κλπ. !!) και θα έπρεπε να καλύψουν το μεγάλο κενό των τεσσάρων χιλιάδων χρόνων, όταν δηλαδή, οι ανατολικοί λαοί εκφράζονταν με ιδεογράμματα, οι Έλληνες έγραφαν με συλλαβές όπως σήμερα. Είναι καταφανές ότι αυτό δηλώνει πρώιμο στάδιο σκέψης και πολιτισμού.

Σύμφωνα με τη σημερινή θεωρία – που διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία – οι Έλληνες έμαθαν γραφή περί το 800 π.Χ. από τους Φοίνικες.

Εκείνο που δεν μπορούν να μας εξηγήσουν πως είναι δυνατόν η ελληνική γλώσσα να έχει 800.000 λήμματα,πρώτη γλώσσα στον πλανήτη, όταν η αμέσως επόμενη έχει 250.000 λήμματα.

Πως είναι δυνατόν να γράφηκαν τα Ομηρικά έπη περί το 800 π.Χ. όταν δηλαδή έμαθαν να γράφουν οι Έλληνες;

Παρουσιάστηκαν ξαφνικά οι αρχαίοι Έλληνες στο ιστορικό προσκήνιο τον 8ο αιώνα π.Χ., με γλώσσα εκατοντάδων χιλιάδων λημμάτων, που για να δημιουργηθεί απαιτείται γλωσσική προϊστορία τουλάχιστον 10.000 ετών (σύμφωνα με επίσημη αμερικανική γλωσσολογική έκθεση).

Η αγγλική γλώσσα είναι 1.600 ετών και έχει 48% ελληνικές λέξεις με σύνολο λημμάτων 240.000. Η γερμανική είναι 1.700 ετών και έχει 250.000 λήμματα με ελληνικές λέξεις 46%.

Η ομηρική γλώσσα τι ηλικία έχει;

Έμαθαν να γράφουν οι Έλληνες από τους ανατολικούς λαούς και ξαφνικά έγραψαν τα ομηρικά έπη που έχουν ιστορικό βάθος τριών χιλιάδων ετών;

Τι είναι αυτό που προβληματίζει τους ιστορικούς;Μήπως γιατί δεν χάθηκαν στη σκόνη της ιστορίας και οι Έλληνες όπως οι Χαναναίοι, οι Σουμέριοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Φοίνικες κλπ.;

Τι γράφει το δημοσίευμα πριν δεκαπέντε χρόνια :

Το παλιότερο οργανωμένο γραπτό κείμενο που βρέθηκε στη γη της Ευρώπης και χρονολογείται πριν από 7.254 χρόνια(!) από σήμερα αποκαλύφθηκε στη λίμνη της Καστοριάς.

Είναι μια ξύλινη πινακίδα με άγνωστο μήνυμα χαραγμένο από ένα νεολιθικό ψαρά ή έμπορο λιμνιαίου προϊστορικού οικισμού στο Δισπηλιό Καστοριάς,γραμμένο δύο χιλιάδες χρόνια πριν από τα γραπτά ευρήματα των Σουμερίων και τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν από τις κρητομυκηναϊκές πήλινες πινακίδες της γραμμικής γραφής.

Τη συγκλονιστική ανακοίνωση έκανε χθες στη διάρκεια του αρχαιολογικού συνεδρίου για το φετινό ανασκαφικό έργο στη Βόρεια Ελλάδα ο καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο ΑΠΘ κ. Γιώργος Χουρμουζιάδης, που αποκάλυψε το ντοκουμέντο στη διάρκεια ανασκαφικής έρευνας το περασμένο καλοκαίρι.

Η ξύλινη πινακίδα με την επιγραφή χρονολογήθηκε επακριβώς με τη μέθοδο του άνθρακα-14 στον «Δημόκριτο» στο 5260 (!) π.Χ., δηλαδή στο τέλος της μέσης νεολιθικής περιόδου.

Ο κ. Χουρμουζιάδης με επιστημονικά επιχειρήματα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα χαράγματα της επιγραφής, που είναι οργανωμένα σε στίχους, δεν πρέπει να είναι διακοσμητικά, αλλά «γράμματα» που μπορούν να ενταχθούν στο σύστημα της παλαιοευρωπαϊκής.

http://www.pronews.gr/istoria/637790_grapto-keimeno-7270-eton-poy-vrethike-stin-kastoria-kai-anatrepei-ta-panta-oi-ellines

Τι έκπληξη: Οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερο απ’ όλους τους Ευρωπαίους (και πληρώνονται λιγότερο)

Οκτώβριος 12, 2017

Έναν χάρτη στον οποίο απεικονίζεται ο μέσος όρος εργασίας την εβδομάδα στην Ευρώπη δημιούργησε ο γλωσσολόγος και μαθηματικός Jakub Marian.

Δεδομένου ότι περιλαμβάνει εργαζομένους με μερική απασχόληση, οι αριθμοί είναι χαμηλότεροι από τις 40 ώρες που πολλοί υπάλληλοι γραφείου συμπληρώνουν κάθε εβδομάδα.

Τα στοιχεία είναι τα πιο πρόσφατα από τον ΟΟΣΑ, τα οποία έδειξαν τις συνολικές ώρες εργασίας ανά εβδομάδα σε κάθε χώρα.

Σύμφωνα με τον χάρτη οι Έλληνες εργάζονται κατά μέσο όρο τις περισσότερες ώρες την εβδομάδα, δηλαδή περίπου 39 ώρες ενώ ο μικρότερος αριθμός ωρών εβδομαδιαίως είναι στη Γερμανία -26 ώρες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι ώρες εργασίας την εβδομάδα είναι 32.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Marian υπολόγισε τις ώρες εργασίας ανά εβδομάδα σε άλλες χώρες του κόσμου και αυτές είναι οι παρακάτω:

-Καναδάς 33
-Ιαπωνία 33
-Ηνωμένες Πολιτείες 34
-Νέα Ζηλανδία 34
-Ισραήλ 36
-Χιλή 38
-Κορέα 40
-Μεξικό 43

http://www.pronews.gr/kosmos/

ΗΧΟΥΝ ΞΑΝΑ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΣΤΗΝ… ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ!!!

Οκτώβριος 9, 2017

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Ένα καταπληκτικό φαινόμενο που παίρνει εντυπωσιακές διαστάσεις τα τελευταία χρόνια, επισημαίνουν πολλές τουρκικές εφημερίδες με την υπογράμμιση του μεγάλου «κινδύνου» που προκαλεί η επανεμφάνιση και συχνά επαναλειτουργία πολλών ελληνορθόδοξων εκκλησιών στην Μικρά Ασία, μετά από πολλές δεκαετίες από τότε που αποχωρήσαν οι Έλληνες.

Ο κίνδυνος για τους μουσουλμάνου Τούρκους, όπως αναφέρεται, είναι ότι ο… «μιαρός» ήχος της καμπάνας που κάποτε κυριαρχούσε σε πολλές περιοχές της Τουρκίας και στην συνέχεια σίγασε επί πολλά χρόνια, σήμερα ακούγεται ξανά και μάλιστα με την θέληση των εντοπίων κατοίκων, γεγονός που σημαίνει σίγουρα πολλά πράγματα.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η ισλαμική εφημερίδα Yeni Çağ, ένα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια. Σε πολλές περιοχές της Τουρκίας με πρωτοβουλία των ίδιων των μουσουλμάνων κατοίκων, παλιές εκκλησίες εγκαταλειμμένες από χρόνια, ανακαινίζονται και σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τελούνται και λειτουργίες με έκτακτες αποστολές ιερέων της ελληνορθόδοξου εκκλησίας.

Στην Καππαδοκία, στον Πόντο, αλλά και στην Ιωνία, όπως δείχνει και ο αποκαλυπτικός τουρκικός χάρτης, όπου κάποτε κυριαρχούσε το ελληνορθόδοξο στοιχείο, μετά από τόσα χρόνιο από την βίαιη και συχνά αιματηρή αποχώρηση των Ελλήνων, ακούστηκε ξανά η καμπάνα της ελληνορθόδοξης εκκλησίας, γεγονός που δείχνει πολλά πράγματα.

Φυσικά αυτό το γεγονός έχει προκαλέσει τις έντονες διαμαρτυρίες των τοπικών ισλαμικών στοιχειών.

Αλλά…. το «ποτάμι» άρχισε ξανά να κυλάει!

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
http://www.nikosxeiladakis.gr