Αρχείο για Μαΐου 2014

«Οι Τούρκοι είναι η χειρότερη μάστιγα της ανθρωπότητας» – Διαβάστε τι γράφουν τα σχολικά βιβλία των χωρών που υπέστησαν τουρκική κατοχή

Μαΐου 22, 2014

image

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος


Την ίδια περίοδο που εδώ στην Ελλάδα… κάποιοι «εθελότυφλοι» και «ραγιαδόφρονες» επιμένουν να επιβάλουν στα σχολικά μας βιβλία μια εξωραϊσμένη και εξωπραγματική εικόνα για την παρουσία των Τούρκων στην ελληνική ιστορία… την ίδια περίοδο που τα ελληνικά μεγάλα κανάλια προβάλουν με μανία κάποια εξωπραγματικά τουρκικά σήριαλ καλλιεργώντας στο ελληνικό κοινό μια απατηλή εικόνα για την σύγχρονη Τουρκία, στην ιδία την Τουρκία έχει προκαλέσει σοκ η δημοσίευση πριν από καιρό μιας αποκαλυπτικότατης έρευνας του ίδιου του τουρκικού Γενικού Επιτελείου σχετικά με την εικόνα που έχουν για τους Τούρκους, πολίτες άλλων χωρών.

Σύμφωνα λοιπόν με την έρευνα αυτή, σε 27 χώρες η εικόνα της Τουρκίας και των Τούρκων, όπως παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία της ιστορίας, είναι το λιγότερο θα έλεγε κανείς αρνητική και φτάνει μέχρι του σημείου να χαρακτηριστούν σαν η χειρότερη μάστιγα της ανθρωπότητας.

Μερικά από τα «κοσμητικά επίθετα με τα οποία στολίζουν τους Τούρκους και το πέρασμα τους στην ιστορία είναι πολύ χαρακτηριστικά : « Στρατός του διαβόλου», «Απατεώνες», «Ύπουλοι», «Κηφήνες», «Παράσιτα», «Βιαστές», «Εισβολείς», «Αρπάγες», «Πλιατσικολόγοι», «Βάρβαροι του Αττίλα», «Τύραννοι», είναι μόνο λίγα από τα χαρακτηριστικά επίθετα με τα οποία «κοσμείται» η λέξη Τούρκος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια σειρά χωρών από την Μέση Ανατολή μέχρι ακόμα και την Φιλανδία, οι Τούρκοι κατέχουν το ρεκόρ των αρνητικών χαρακτηρισμών σε σημείο να παρομοιάζονται με την μεγαλύτερη συμφορά για τους λαούς των χωρών αυτών. Το εντυπωσιακό δε είναι ότι τέτοιοι χαρακτηρισμοί εμφανίζονται σε σχολικά βιβλία ακόμα και μουσουλμανικών χωρών, ακόμα και χωρών που σήμερα συνδέονται με φιλικές και συμμαχικές σχέσεις με την Τουρκία.

turkish-genocide

Συγκεκριμένα στην Αλβανία, στην όγδοη τάξη της στοιχειώδης εκπαίδευσης, πάντα σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, αναφέρετε ότι από όπου πέρασαν οι Τούρκοι έπεσε μαύρη σκλαβιά, οι μάνες βιάστηκαν, οι άντρες πουλήθηκαν σαν δούλοι και σκλάβοι. Στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, επίσης μουσουλμανική χώρα που βοηθήθηκε πολύ από την Τουρκία, στην εβδόμη τάξη της στοιχειώδης εκπαίδευσης οι Τούρκοι χαρακτηρίζονται σαν κλεφτές, βιαστές, ληστές, και παράσιτα και προστίθεται πως εξ αιτίας της σκλαβιάς στους Τούρκους οι λαοί των σκλαβωμένων χωρών υπέστησαν μεγάλη καθυστέρηση στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη και έμειναν πολύ πίσω σε σύγκριση με τους άλλους λαούς της Ευρώπης. Στα Σκόπια, άλλη μια πολύ φιλότουρκη χώρα, στην πρώτη τάξη του Λυκείου αναφέρετε πως οι Τούρκοι βασάνιζαν, κρέμαγαν τους αγωνιστές του λαού, τους κάρφωναν πάνω σε πασσάλους, τους έγδερναν με τον χειρότερο τρόπο. Αλλά και εκτός των Βαλκανίων υπάρχουν επίσης πολύ επικριτικές αναφορές για το πέρασμα των Τούρκων. 

Έτσι στην Ουκρανία, στην εβδόμη τάξη της στοιχειώδους εκπαίδευσης αναφέρετε ότι ο Χασάν πασάς μετά την εξέγερση της Κριμαίας έφερε στην Πόλη τριακοσίους σκλάβους ουκρανικής καταγωγής που τους πούλησε στο σκλαβοπάζαρο, ( από αυτούς προέρχεται και η περίφημη Χιουρέμ σουλτάνα στην αρχή σκλάβα στο χαρέμι και στην συνέχεια σύζυγος του περίφημου σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή) . Όπως αναφέρουν τα σχολικά βιβλία της Ουκρανίας, «Εκεί χωρίστηκε η μάνα από το παιδί της και ο γιος από τον πατέρα, μέσα από ένα ανεπανάληπτο θρήνο των δύστυχων σκλάβων». Είναι γνωστή βέβαια η θέση της Αρμενίας όπου στα σχολικά της βιβλία καυτηριάζεται με πολύ έντονο τρόπο όλη η ιστορική διαδρομή των Τούρκων και φυσικά δίνετε μεγάλη έμφαση στην γενοκτονία που έγινε σε βάρος του αρμενικού λαού. Επίσης στα σχολικά βιβλία της Γερμανίας αναφέρετε με έντονα επικριτικό για τους Τούρκους ύφος η καταπίεση των Κούρδων, ενώ η ίδια η Τουρκία χαρακτηρίζετε σαν ένα ακραίο εθνικιστικό κράτος και ότι ο τουρκικός στρατός χαρακτηρίζεται σαν στρατός βασανιστηρίων. Ακόμα και στα σχολικά βιβλία της μακρινής Φιλανδίας υπάρχουν άκρως υποτιμητικές για τους Τούρκους αναφορές. Συγκεκριμένα αναφέρετε ότι στην Τουρκία απαγορεύετε η χρήση της μητρικής γλώσσας για τους Κούρδους, ότι γίνονται βασανιστήρια σε άτομα των μειονοτήτων και ότι από το 1984 το ΡΚΚ, που χαρακτηρίζετε σαν απελευθερωτικό κίνημα, έχει αρχίσει ένοπλο αγώνα κατά της τουρκικής καταπίεσης. 

Οι έντονα επικριτικές για την Τουρκία και τους Τούρκους αναφορές σε βιβλία της σχολικής εκπαίδευσης επεκτείνονται και σε άλλες χώρες όπως η Ιταλία, Γαλλία, Ρωσία, ακόμα και στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί στην ίδια την Τουρκία, στην γειτονική Συρία έχουν καταγραφεί 92, (οι περισσότερες), επικριτικές αναφορές για το πέρασμα των Οθωμανών και των Τούρκων από την χώρα τους, στην Κυπριακή Δημοκρατία 65, στην Βουλγαρία 50 και 43 στην Βοσνία Ερζεγοβίνη.

Ένα άλλο μεγάλο ιστορικό-πολιτικό σοκ που υπέστησαν πρόσφατα οι Τούρκοι είναι ότι πριν από δυο χρόνια για πρώτη φορά η Βουλγαρία ανακοίνωσε με τον τότε πρωθυπουργό , Μπόικο Μπορίσοφ, σύμφωνα με δημοσιεύματα του ίδιου του τουρκικού τύπου, ότι θα διεκδικήσει αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν οι Βούλγαροι στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα από τους Τούρκους, με τις σφαγές που έγιναν τότε σε πολλές βουλγαρικές επαρχίες. Άλλη μια δηλαδή γενοκτονία από τους Τούρκους που αναζητά την ιστορική της δικαίωση. Σύμφωνα με τις τότε δημοσιογραφικές πληροφορίες που έφταναν από την Σόφια, ο τότε Βούλγαρος πρωθυπουργός φέρονταν να είχε δηλώσει στον Βούλγαρο δημοσιογράφο, Γεώργκι Κοριτάρωφ, πως η Βουλγαρία έχει το δικαίωμα της απαίτησης της ιστορικής δικαίωσης. Η δήλωση αυτή τάραξε τα τουρκικά ΜΜΕ, ενώ πολλοί την Άγκυρα τόνιζαν ότι αυτό γίνεται κατόπιν πιέσεων του γνωστού ακροδεξιού βουλγαρικού κόμματος, ΑΤΑΚΑ. Το ΑΤΑΚΑ και στο παρελθόν είχε καταφερθεί έντονα κατά της Τουρκίας και την είχε κατηγορήσει ότι υποκινεί την τουρκόφωνη μουσουλμανική μειονότητα της Βουλγαρίας για να εξυπηρετήσει τα τουρκικά συμφέροντα στην περιοχή. Συχνά έχει διοργανώσει μεγάλες διαδηλώσεις στα σύνορα Τουρκίας Βουλγαρίας, με έντονα αντιτουρκικό χαρακτήρα προσπαθώντας να εμποδίσει τα καραβάνια των τουρκόφωνων ψηφοφόρων που έρχονται οργανωμένοι από την Τουρκία όπου μένουν τα τελευταία χρόνια, για να ψηφήσουν σε βουλγαρικές εκλογές. 

Να σημειωθεί ότι το ΑΤΑΚΑ έχει πρωτοστατήσει στο παρελθόν στο βουλγαρικό κοινοβούλιο για την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας και μάλιστα το 2006 είχε φέρει σχετικό νομοσχέδιο στην βουλγαρική βουλή αλλά τελικά το νομοσχέδιο είχε απορριφθεί κατόπιν έντονων αντιδράσεων της Τουρκίας, αλλά και των εκπροσώπων της τουρκόφωνης μειονότητας στην βουλγαρική βουλή.

Η σύγχρονη Τουρκία καβαλάει επάνω της το βάρος της γενοκτονίας εκατομμυρίων Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων, Αράβων χριστιανών της Μικράς Ασίας. Σήμερα, ένα αιώνα σχεδόν μετά την διάπραξη αυτών των φρικτών εγκλημάτων, κάποιοι τουρκολάγνοι επιδιώκουν να μας κάνουν όχι μόνο να διαγράψουμε την ιστορία αλλά να αποδεχτούμε ένα ήπιο στην αρχή και στη συνέχεια επιβαλλόμενο εξισλαμισμό της χώρας μας, προς χάριν της υποτιθεμένης «δημοκρατίας» τους, γεμίζοντας με μιναρέδες και μουσουλμανικά ιδρύματα τις ελληνικές πόλεις. Αν τους αφήσουμε και δεν αντιδράσουμε θα είμαστε όλοι εμείς υπεύθυνοι για το κατάντημα μας!

Advertisements

Σαν σήμερα η απελευθέρωση της Θράκης μας

Μαΐου 15, 2014
thrakiLΣτις 14 Μαΐου γιορτάζουμε την απελευθέρωση της Θράκης. Η Θράκη υποδουλώνεται στους Οθωμανούς γύρω στο 1360. Τότε αρχίζει και μια ιστορία αιώνων γεμάτη αγώνες και θυσίες. Κάποια εποχή η Οθωμανική αυτοκρατορία παραχωρεί στους υπόδουλους την αυτοδιαχείριση των κοινοτικών πραγμάτων που αφορούσαν τη λατρεία, την εκπαίδευση, το οικογενειακό δίκαιο. Με αυτά τα δεδομένα προχώρησε η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη όλης της Θράκης στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς. Το 1821 η Θράκη προσφέρει στον Αγώνα πλοία, χρήματα, ήρωες και ποταμούς αίματος. 
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, ο Μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παΐσιος, ο Κάρπος Παπαδόπουλος, ο Αντώνιος και η Δόμνα Βυζβίζη κα. Όλες οι επαναστατικές ενέργειες διαλύθηκαν και οι επαναστάτες εξοντώθηκαν. Στη Φιλιππούπολη, στη Βάρνα, στην Αγχίαλο , στη Μεσημβρία, στη Μάκρη, στη Μαρώνεια, στην Αίνο, στη Σαμοθράκη κ.α.
   Πολλά χρόνια αργότερα, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913 η Δυτική Θράκη επιδικάζεται στους Βούλγαρους. Ο Θρακιώτικος λαός εξεγείρεται, απωθεί τις Βουλγαρικές δυνάμεις, κηρύσσει την αυτονομία της περιοχής και σχηματίζει προσωρινή Κυβέρνηση. Η Ελληνική Κυβέρνηση όμως, τηρώντας τους όρους της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, εγκαταλείπει τη Θράκη , η οποία παραδίνεται στους Βούλγαρους τον Οκτώβριο του 1913. Η ελευθερία κράτησε λοιπόν μόνο τρεις μήνες και έμελλε να αργήσει άλλα έξι χρόνια. Η Βουλγαρική κατοχή κατέστρεψε στα χρόνια που ακολούθησαν τον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της τοπικής κοινωνίας. Σταμάτησε τον πολιτισμό και ερήμωσε όλη την περιοχή. 250.000 Έλληνες της Θράκης οδηγήθηκαν στην προσφυγιά. Δεκάδες χιλιάδες σφαγιάσθηκαν.
 Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου πολέμου βρίσκει την Τουρκία ηττημένη. Η Ελλάδα διεκδικεί ξανά όλη τη Θράκη. Τότε η Γαλλία, για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, δια του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής Γάλλου Φρανσουά ντ Εσπεραί διατάσσει τα συμμαχικά στρατεύματα να καταλάβουν τη Δυτική Θράκη, επίσημα, για λογαριασμό της συμμαχίας, ουσιαστικά όμως για την επίτευξη των δικών της βλέψεων. Το πρωινό της 4ης Οκτωβρίου 1919 τα συμμαχικά στρατεύματα με επικεφαλής τον στρατηγό Λεοναρδόπουλο μπαίνουν στην Ξάνθη και στη συνέχεια ελευθερώνουν όλη τη Δυτική Θράκη από τους Βούλγαρους.
 Οι συμμαχικές δυνάμεις επέβαλαν στη Θράκη καθεστώς διασυμμαχικής κατοχής, ονομάζοντάς την “Χώρα της Θράκης”. Επίσημη γλώσσα ήταν η Γαλλική. Τη Διοίκηση της Θράκης ανέλαβε κατ΄ εξουσιοδότηση του Αρχιστράτηγου ο Στρατηγός Σαρπύ.
Φτάνουμε έτσι στην 14η Μαΐου του 1920, ημέρα που ο Ελληνικός Στρατός διατάσσεται να αναλάβει εξ ονόματος των συμμάχων την κατάληψη και διοίκηση της Δυτικής Θράκης, αντικαθιστώντας τα Γαλλικά στρατεύματα. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Θράκη προσαρτάται οριστικά στην Ελλάδα.
  Οι Θρακιώτες μαθαίνουν το πολυπόθητο γεγονός στις 30 Ιουλίου 1920 από το εξής τηλεγράφημα του ίδιου του Βενιζέλου προς τον κυβερνητικό αντιπρόσωπο της Θράκης: «Χαίρω μεγάλως αγγέλων υμίν ότι σήμερον εβδόμην επέτειον Συνθήκης Βουκουρεστίου υπεγράφη συνθήκη ειρήνης μετά Τουρκίας, δι’ ης αι κυριότεραι σύμμαχοι δυνάμεις μεταβίβασαν ημίν Δυτικήν Θράκην».
 Σήμερα στη χαραυγή του 21ου αιώνα, η Θράκη στέκεται πια υπερήφανη και στολισμένη με τις ομορφιές της. Τις φυσικές, τις πολιτιστικές, τις πνευματικές. Αποτελώντας το ανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχοντας αναγνωριστεί επιτέλους η σημασία της για την Ελλάδα, ατενίζει το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Η γεωπολιτική της θέση καθίσταται όλο και πιο σημαντική.
 Οι αγώνες και οι θυσίες των προγόνων μας δικαιώθηκαν. Ελεύθεροι συνεχίζουμε το έργο της ανάπτυξης και της προόδου. Το νόημα της σημερινής Επετείου είναι το χρέος μας να μη λησμονούμε την ιστορία μας και να αποτίουμε φόρο τιμής στους πρωταγωνιστές της.
Λίγα χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Θράκης
  Το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρήκε το Dedeagatch (σημερινή Αλεξανδρούπολη), χτυπημένο από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του 1915, να παραμένει στην κατοχή της Βουλγαρίας. Πολλοί κάτοικοί του είχαν αναγκαστεί από τη Βουλγαρική κατοχή να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους, το λιμάνι ήταν γεμάτο από λείψανα των σκαφών που είχαν βυθιστεί κατά τους βομβαρδισμούς, σύμφωνα δε με δημοσιεύματα της εποχής 150 οικίες ήταν τελείως κατεστραμμένες και 250 ημικατεστραμμένες («εφημερίς των Βαλκανίων» 12.11.1919).
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 η Βουλγαρία υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη ανακωχή πρώτη από τις κεντρικές δυνάμεις που αντιμάχονταν την Ανταντ. Έτσι συμφώνησε να εγκαταλείψει όλα τα Σερβικά και Ελληνικά εδάφη που εξακολουθούσε να κατέχει ο στρατός της και που μέχρι τότε ισχυριζόταν ότι είναι δικά της. Οι Βρετανοί μπήκαν στη Σόφια και ο FRANCHET D’ ESPEREY αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στο βαλκανικό μέτωπο διέταξε το Άγγλο στρατηγό Miln έχοντας υπό τις διαταγές του επτά (7) συμμαχικές μεραρχίες να επιτεθεί εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
   Έτσι μεταξύ αυτών η 22η Βρετανική Μεραρχία που ανέλαβε την προκάλυψη από τη θάλασσα μέχρι το Σουφλί επιβιβάσθηκε στις 25 Οκτωβρίου από το Σταυρό Χαλκιδικής σε ατμόπλοια για να μεταφερθεί στο Dedeagatch (Αλεξανδρούπολη), ενώ η 122η Γαλλική Μεραρχία έλαβε θέσεις προκαλύψεως από το Σουφλί μέχρι το Αχούρμπεη (σημερινό Χειμώνιο), με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής Αndrianople – Dedeagatch για την ελεύθερη χρησιμοποίηση της. Μάλιστα οι Βρετανοί με την άφιξή τους στην πόλη εγκατέστησαν Βρετανικό Στρατιωτικό Κοιμητήριο (βλ. προηγούμενο φύλλο).
  Οι συμμαχικές δυνάμεις όμως δεν χρειάστηκε να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά γιατί από το φόβο της επικείμενης επιθέσεως και με το στρατό τους αιχμαλωτισμένο και υποχωρούντα στην Παλαιστίνη, οι Οθωμανοί στις 30 Οκτωβρίου 1918 υπέγραψαν και αυτοί ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου με τον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ ο οποίος ενήργησε εν ονόματι των συμμάχων. Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής μια βρετανική μεραρχία θα καταλάμβανε τα Δαρδανέλια και το Βόσπορο. Ο Φρανσε ντ’ Εσπερέ όμως διέταξε για την ενέργεια αυτή την 28η Βρετανική μεραρχία να επιβιβαστεί σε πλοία από τη Θεσσαλονίκη και την 122η Γαλλική Μεραρχία να συγκεντρωθεί στο Dedeagatch απ’όπου θα μεταφέρετο ατμοπλοϊκώς στο Βόσπορο.
  Μετά την υπογραφή της ανακωχής εκ μέρους της Βουλγαρίας και την αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων, η Δυτική Θράκη εξακολούθησε να παραμένει υπό την κατοχή της τελευταίας που διατήρησε στρατιωτικές και πολιτικές αρχές αλλά εγκαταστάθηκε διασυμμαχικός έλεγχος και ολιγάριθμα συμμαχικά στρατεύματα κατέλαβαν τα σπουδαιότερα κέντρα για την εξασφάλιση των συγκοινωνιών και τη φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής Κουλελί Μπουργας (Πύθιο) – Κων/πολεως αλλά και τη διατήρηση της τάξεως στις πόλεις και την ύπαιθρο.
Τα ανωτέρω στρατιωτικά τμήματα αποτελούνταν από ένα γαλλικό τάγμα, ένα τάγμα Σενεγαλέζων, ένα γαλλικό λόχο και μια βρετανική διμοιρία. Αρχηγός των στρατευμάτων κατοχής ήταν ο Γάλλος συνταγματάρχης Allier (Αλλιέ) με έδρα αρχικώς το Dedeagatch και εν συνεχεία την Ξάνθη και την Κομοτηνή.
  Εντωμεταξύ έντονες ήταν οι διπλωματικές διεργασίες στο συνέδριο της ειρήνης που άρχισε στο Παρίσι όπου η Δυτική Θράκη είχε αποβεί πεδίο ανταγωνισμών διαφόρων ενδιαφερομένων κρατών.
Οι Αμερικανοί αντιπρόσωποι δήλωναν απερίφραστα ότι η Δυτική Θράκη θα πρέπει να παραμείνει στην Βουλγαρία αρνούμενοι το βουλγαρικό αποκλεισμό από το Αιγαίο. Συγκεκριμένα πρότειναν να δοθεί στην Ελλάδα μόνο η περιοχή Ξάνθης – Γκιουμουλτζίνας ενώ η υπόλοιπη βόρεια δυτική Θράκη θα πήγαινε στη Βουλγαρία και η υπόλοιπη νότια δυτική Θράκη μαζί με όλη την Ανατολική στο νεοσύστατο κράτος της Κων/πολεως το οποίο ήλπιζαν ότι θα αναλάμβαναν υπό την κηδεμονία τους με εντολή της νεοσύστατης κοινωνίας των εθνών. Η στάση τους αυτή οφειλόταν και στη ένθερμη συμπάθεια του Δημοκρατικού προέδρου Wilson προς τη Βουλγαρία εξαιτίας της επιρροής τόσο της γυναίκας του και της αδερφής της που είχε παντρευτεί τον πρεσβευτή της Βουλγαρίας στην Ουάσιγκτον, όσο και των ανθελληνικών κύκλων του Ροβερτείου Κολλεγίου Κων/πολεως καθώς και των μεγαλεμπόρων καπνού ανταγωνιστών των ελληνικών συμφερόντων.
  Η Γαλλία πρότεινε σαν συμβιβασμό τη δημιουργία ενός ελεύθερου κράτους του Dedeagatch που θα περιείχε ένα διάδρομο κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε τα λιμάνι αυτό με την Αndrianople (Αδριανούπολη). Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις τελικά, ύστερα σχεδόν από ένα χρόνο από το τέλος του πολέμου και αφού αποτραβήχτηκε λόγω ασθενείας από το προσκήνιο ο τιμηθείς με Νόμπελ Ειρήνης για το έτος 1919 Πρόεδρος Wilson, η Δυτική Θράκη αφαιρέθηκε από τη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Neuilly sur Seine (14/27.11.1919). Με το άρθρο 48 της συνθήκης αυτής η Δυτική Θράκη θα υπάγονταν μέχρι της διευθέτησης της οριστικής της τύχης υπό τη διοίκηση Γάλλου αρμοστή και θα αποτελούσε ένα είδος διασυμμαχικού κράτους (Thrace Interalliee).
Ήδη ενώ προετοιμαζόταν η υπογραφή της οι σύμμαχοι εξουσιοδότησαν τον Φρανσε ντ’ Εσπερέ, αρχηγό πλέον του συμμαχικού στρατού της Ανατολής, όπως εντός του Οκτωβρίου του 1919 διατάξει την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους. Αρμοστής ορίστηκε ο Γάλλος στρατηγός Charpy, ο οποίος στις 10 Οκτωβρίου 1919εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή όπου παρέλαβε τη διοίκηση από τον Allier (Αλλιέ) ενώ στις 18 Οκτωβρίου 1919 κατελήφθησαν υπό συμμαχικές δυνάμεις η περιφέρεια της Κομοτηνής και του Κaragatch.
Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
Οι διεργασίες για την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα και τα στρατιωτικά γεγονότα που ακολούθησαν και είχαν σαν αποτέλεσμα την ενσωμάτωση της Θράκης, απασχόλησαν όλο τον Ελληνικό τύπο της εποχής, κυρίως των Αθηνών («Ακρόπολις», «Πατρίς», «Αθήναι», «Νέα Ελλάς», «Καθημερινή», κ.λ.π.) αλλά και της Θεσσαλονίκης («Μακεδονία», «Φως», «Νέα Αλήθεια»). Στην Αθήνα, ο μεν συμπολιτευόμενος τον Βενιζέλο τύπος (Ακρόπολις, Πατρίς) έδινε στην απελευθέρωση της Θράκης διαστάσεις θριάμβου και περιλάμβανε τα γεγονότα με τον μανδύα του θρύλου. Σε αντίθεση με τον αντιπολιτευόμενο στον Βενιζέλο τύπο, (Καθημερινή, Νέα Αστραπή), ο οποίος, αν και δεν αποσιωπούσε τις θετικές εξελίξεις στη Θράκη, τις υποβάθμιζε και τις απέδιδε περισσότερο στο δαιμόνιο της φυλής, παρά στη πολιτική και στρατηγική ικανότητα του Βενιζέλου, την οποία και δεν αναγνώριζε.
Στη Θεσσαλονίκη η «Μακεδονία», ιδρυτής και διευθυντής της οποίας ήταν ο Κ. Βελλίδης, παρουσίαζε τα γεγονότα με πολύ έντονο το βιωματικό στοιχείο και αφουγκραζόμενη τους παλμούς εκείνης της εποχής. Είχε μόνιμο απεσταλμένο στη Θράκη τον Πέτρο Λεβαντή και ήταν πλήρως ενήμερη για τις εξελίξεις, τις οποίες με άρθρα και σχόλια ανέλυε αναδεικνύοντας πέρα από την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων και την εθνική έξαρση που επικρατούσε στον λαό. Η εφημερίδα αυτή ήταν μακριά από το επίκεντρο των πολιτικών αντιπαραθέσεων (Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών) και έδινε πληθώρα ειδήσεων, ασκούσε εποικοδομητική κριτική και ζητούσε συνετή διαχείριση των εδαφών που κατακτούσε ο στρατός μας. Σημείωνε συγκεκριμένα: «Η Δυτική Θράκη είναι σήμερον Ελλάς και πρέπει να εξαλειφθεί απ΄ εκεί κάθε ίχνος βουλγαροκρατίας» και απαιτούσε την άμεση κατάργηση του βουλγαρικού δασμολογίου
Η παλιννόστηση των προσφύγων
Από τον Γενάρη του 1920 η Θράκη είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του τύπου. Στις 16 Ιανουαρίου 1920 στην εφημερίδα «ΤΟ ΦΩΣ» βρίσκουμε στη πρώτη σελίδα ένα μονόστηλο με τίτλο «ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΡΑΚΗΝ» και αναφέρει: «Οι εγκατασταθέντες μέχρι σήμερον εις Θράκην ανέρχονται εις 40 χιλιάδας»। Το γεγονός αυτό δείχνει να αποδίδουν οι προσπάθειες της Ελληνικής Κυβέρνησης δια του εκπροσώπου της στη Συμμαχική Διοίκηση της Θράκη Χαρίση Βαμβακά να επαναπατρισθούν οι Έλληνες που είχαν φύγει ως πρόσφυγες από το 1913 εξ αιτίας της Βουλγαρικής κατοχής। Στις 28 Ιανουαρίου 1920 η «Μακεδονία» δημοσιεύει στη 2η σελίδα ανταπόκριση από την Ξάνθη με τίτλο «ΗΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ» και υπότιτλο «Πως γίνεται η παλινόστηση. Το έργον της περιθάλψεως. Νοσοκομεία, ιατρεία, πρατήρια, σχολαί, ορφανοτροφεία».
 Στο κείμενο μεταξύ των άλλων αναφέρει: «…Ιδρύθησαν ιατρεία εις Γκιουμουλτζίναν, Δεδέαγατς, Σουφλί, Διδυμότειχον και Κάραγατς, παρεχομένων φαρμάκων και ιατρικής περιθάλψεως δωρεάν, ανεξαρτήτως φυλής εις πάντας. Ιδρύθησαν επίσης Νοσοκομεία εις Ξάνθην και Δεδέαγατς…… Ελπίζεται ταχέως να οικοδομηθούν τα κατεστραμένα χωρία Κιρκά, Μάκρη, Μαρώνεια και Μπουλούστρα…….
 Ήδη ιδρύθη εις Γκιουμουλτζίναν ορφανοτροφείον, όπου διαμένουν τα ορεφανά της Θράκης. Ιδρύεται οικοτροφείον αρρένων εις Ξάνθην και βιοτεχνική σχολή, οικοτροφείον θηλέων εν Δεδεαγάτς και πρακτική αγροτική σχολή εις Γκιουμουλτζίνα. Επίσης ιδρύεται διδασκαλείον νηπιαγωγών μετά οικοτροφείου εν Δεδέαγατς»।
Η Προετοιμασία
Πλησιάζοντας στην ημέρα των επιχειρήσεων κατάληψης της Θράκης τα δημοσιεύματα για τη Θράκη πληθαίνουν. Στις 7 Μαΐου 1920 η εφημερίδα «ΦΩΣ» δημοσιεύει ανταπόκριση συνεργάτη της από το Διδυμότειχο: «…Διερχόμεθα το όμορφο Σουφλί που γιγαντούται σαν ζέφυρος από εθνική ψυχή το ελληνικό του παράστημα, η ελληνική του θέα. Στο σταθμό πολύ πλήθος γελά. Γειά σας παιδιά! Πότε έρχονται οι δικοί μας; Είναι ολοζώντανη ερώτησις τούτο! …..Φθάνομεν στο Διδυμότειχο. Στο σταθμό ακούω τακτικά το «γειά σας παιδιά», τελωνοφύλακες της Θρακικής κυβερνήσεως με τον κούκο της Άμυνας με το γλυκό τους χακί προδίδουν ότι κατά τα τρία τέταρτα είναι ελληνικό…….».
Το δημοσίευμα όμως που δείχνει καθαρά ότι πλησιάζει η ημέρα έλευσης του ελληνικού στρατού το έχει η «Μακεδονία» στις 8 Μαΐου 1920 με το οποίο πληροφορεί τους αναγνώστες της ότι «Ο Σαρπύ διετάχθη να παραδώση εις τον Ελληνικόιν Στρατόν»।
Και στις 12 Μαΐου 1920 «TΟ ΦΩΣ» σε ανταπόκρισή του από την Κομοτηνή αναφέρει: «Γκιουμουλτζίνα 9 Μαϊου…και ετοιμάζονται και φροντίζουν και κεντούν σημαίες … όλα τα κορίτσια φροντίζουν πως θα δείξουν πιο δυνατά, πιο έντονα την χαρά τους. Οι πρόσκοποι, τα παιδιά του σχολείου δοκιμάζουν τις αθώες και ευγενικές φωνές τους με τα τραγούδια που θα ψάλλουν στους ελευθερωτάς, τα ορφανά πως θα συγκινήσουν πιο πολύ, οι δεσποινίδες πως θα ευχαριστήσουν και όλοι περιμένουν…».
Την ίδια ημέρα η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» των Αθηνών, σε ανταπόκρισή του Α. Κοντόπουλου από την Κομοτηνή, με τίτλο «Η εγκατάστασις των Αρχών μας συντελείται καθ΄’ όλην την Δυτ. Θράκην. Η σελίς του Βασιλείου της Μεγάλης Ελλάδος» αναφέρει μεταξύ των άλλων: «Συμφώνως προς την διαταγήν του Στρατηγού Σαρπύ εξακολουθεί η αναχώρησις των Γαλλικών στρατευμάτων εκ της Δυτ. Θράκης. Σήμερον (σ.σ. 11 Μαΐου) αναχωρούν εντεύθεν οι Σενεγαλέζοι, αύριον δε αι λοιπαί υπηρεσίαι….
Αι Ελληνικαί αρχαί εγκατεστάθησαν πανταχού. Σήμερον την πρωϊαν εις την ενταύθα Νομαρχίαν έλαβε χώραν συγκινητική τελετή. Εκλείσθησαν τα βιβλία της διασυμμαχικής υπηρεσίας και εν μέσω των γενικών ζητωκραυγών των παραστάντων εις αυτά νέα σελίς με τον τίτλον «ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»….Το απόγευμα παρεδόθησαν εις τα εεληνικάς αρχάς επισήμως όλαι αι υπηρεσία….».
Η ημερήσια «Καθημερινή» , ως αντιβενιζελική εφημερίδα, λίγες μέρες πριν την είσοδο του Ελληνικού Στρατού στη Θράκη, στις 12 Μαΐου 1920 στις πληροφορίες στη πρώτη σελίδα της διαπιστώνει μεγάλους κινδύνους από την προετοιμαζόμενη αντίσταση των Βουλγάρων υπό τον στρατηγό Πρωτογίνωφ και τον συνεργάτη του Νάτσεφ.
Στις 13 Μαϊου 1920 «ΤΟ ΦΩΣ» σε ανταπόκριση του απεσταλμένου της αναφέρει: «Μέσω απείρων δυσχερειών ευρίσκομαι επί τέλους με στολήν Έλληνος στραιώτου εις την διασυμμαχικήν και αύριο νελληνικήν πλέον Γκιουμουλτζίναν, ελληνικήν και τυπικώς δηλαδή διότι η Γκιουμουλτζίνα είναι παρ΄ όλας τας προσπαθείας των Βουλγάρων Ελληνική όσον και αι Αθήναι. Παντού Ελληνική γλώσσα, παντού Έλληνες, παντού ελληνικαί σημαίαι…..» Και καταλήγει «Επισήμως εν μέσω επευφημιών εκλείσθησαν σήμερον τα βιβλία και ήρξαντο νέα με τον τίτλον «Βασίλειον της Μεγάλης Ελλάδος…….»
Οι Πολεμικοί ανταποκριτές
Πριν αναφερθούμε στα γεγονότα της 14ης Μαΐου 1920, σημειώνουμε ότι την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων παρακολουθούσαν από κοντά αρκετοί πολεμικού ανταποκριτές του ελληνικού και ξένου τύπου। Ανάμεσα σ΄ αυτούς είναι ο Ferryman της Morning Post, ο Raymond της Havas, ο Περδίκης της Exchange, ο Μοσχόπουλος του γραφείου τύπου του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο Δημ। Σβολόπουλος της «Νέας Ελλάδος», ο Α। Κοντόπουλος της «Πατρίδος», ο Π. Οικονόμου του «Εμπρός», ο Πέτρος Λεβαντής της «Μακεδονίας», ο Αρίστος Χασηριζόγλου της «Νέας Αλήθειας» από τη Θεσσαλονίκη και πολλοί άλλοι, που παρά τις δυσκολίες της εποχής υπηρετούσαν την ενημέρωση.
 Οι περισσότεροι απ΄ αυτούς συνόδευαν την Μεραρχία των Σερρών με τον Στρατηγό Ζυμβρακάκη από την Ξάνθη προς την Κομοτηνή ή ανέμεναν τον Ελληνικό στρατό στην Κομοτηνή, έδρα της διασυμμαχικής διοίκησης. Έτσι δεν έχουμε λεπτομερείς ανταποκρίσεις από το Δεδέαγατς την ημέρα της αποβίβασης του Ελληνικού στρατού με τον Κων/ντίνο Μαζαράκη – Αινιάν και την Μεραρχία Ξάνθης, διότι δεν είχε επιτραπεί να επιβιβασθούν στα πλοία πολεμικοί ανταποκριτές. Έτσι οι περιγραφές των γεγονότων στο Δεδέαγατς τις δύο πρώτες ημέρες και οι αναφορές σε αυτά γίνονται κυρίως από όσα αναφέροντο στα πολεμικά ανακοινωθέντα.
Η μεγάλη ημέρα
Η Ημέρα ΜΗΔΕΝ είναι η 14η Μαΐου 1920. Είναι η ημέρα που ένα τμήμα του ελληνικού στρατού ξεκινώντας από τη Ξάνθη (Παμίκος Ζυμβρακάκης) εισέρχεται στη Κομοτηνή ενώ ένα άλλο τμήμα (Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν) ξεκινώντας με πλοία από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας αποβιβάζεται στο λιμάνι του Δεδέαγατς και απελευθερώνουν απ΄ άκρου σε άκρον όλο το χώρο της Δυτικής Θράκης και τον ενσωματώνουν στο Ελληνικό Κράτος. Πλην όμως τα γεγονότα της απελευθέρωσης αναφέρονται στα φύλλα της επόμενης ημέρας, ήτοι της 15ης Μαϊου 1920. Στις 14 Μαϊου οι εφημερίδες γράφουν:
 Η «ΠΑΤΡΙΣ» έχει τίτλους «Η Βουλγαρία ειδοποιήθηκε δια την κατάληψιν της Θράκης υπό της Ελλάδος. Η Κυβέρνηση της Σόφιας εξοπλίζει τους χωρικούς. Οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι Θράκης αναγνωρίζουν το Ελληνικό καθεστώς. Δηλώσεις των προς τον κ. Βαμβακά». Ενώ η «ΑΘΗΝΑΙ» σε ανταπόκριση από την Κομοτηνή αναφέρει: «Γκιουμουλτζίνα 13. Ο Βαμβακάς εγατέστησεν ήδη τας ελληνικάς αρχάς εις το παραδοθέν Διοικητήριον της Γκιουμουλτζίνας. Η καθόλου παράδοσις λήγει όσον ούπω.
Από της μεσημβρίας της Παρασκευής θα αρχίση καθαρώς η λειτουργία των ελληνικών υπηρεσιών και ο κ. Σαρπύ θέλει παραδώσει την διοίκησιν της Θράκης εις τον Έλληνα διοικητήν. Οι προϊστάμενοι των άχρι τούδε υπηρεσιών υπεχρεώθησαν να παραμείνουν πλησίον των Ελλήνων τοιούτων μέχρι της 28ης Μαΐου δια να παρέχουν τας αναγκαίας πληροφορίας. Χθές αφίκετο ο Διοικητής της χωροφυλακής ταγματάρχης Καλλιάνης….».
Στις 15 Μαΐου 1920 οι εφημερίδες δημοσιεύουν ολόκληρο ή αποσπάσματα από το ανακοινωθέν της 14ης Μαϊου 1920 του στρατιωτικού γραφείου τύπου που αναφέρει: « Η Μεραρχία Σερρών ηγουμένου του αντιστράτηγου κ. Ε. Ζυμβρακάκη εισήλθε μετά μεγάλης τάξεως και επιβλητικότητας εις Γκιουμουλτζίναν ( τα βυζαντινά Κουμουτζηνά) γενομένη ενθουσιωδέστατα δεκτή υπό του πληθυσμού. Παρίσταντο οι πρόεδροι όλων των κοινοτήτων μηδέ τω ν Βουλγάρων εξαιρουμένων. Πλήρης ησυχία και τάξις επικρατεί. Οι σιδηρόδρομοι κυκλοφορούν ελευθέρως»!
Στην «Ακρόπολις» παρατίθενται συνεχείς πρωτοσέλιδες ανταποκρίσεις και πολύστηλα ρεπορτάζ από την προέλαση του Ελληνικού στρατού στη Δυτική και Ανατολική Θράκη. «Η προέλασις του στρατού μας εις Θράκην. Γκιουμουλτζίνα και Δεδέαγατς κατελήφθησαν. Ακράτητος ενθουσιασμός και πλήρης τάξις». Και σε άλλη στήλη δημοσιεύει τηλεγράφημα από τη Θεσσαλονίκη με το ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου Εθνικής ΄Αμυνας και την παρατήρηση ότι στην Θεσσαλονίκη επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός για τις επιτυχίες του Ελληνικού στρατού. Αναφέρει το ανακοινωθέν:
 «Από πρωϊας σήμερον ήρχισεν η προέλασις του στρατού μας εκ του τριγώνου της Ξάνθης προς κατάληψιν της Γκιουμουρτζίνας, ήτις ήδη θα έχη συντελεσθή». Και στη συνέχεια αναφέρει ότι το ίδιο ανακοινωθέν γνωστοποιούσε και την ταυτόχρονη κατάληψη του Δεδέαγατς, γύρω στις 6 το πρωί, με απόβαση των στρατευμάτων μας στη πόλη και συνεχίζει «εις τον στρατόν μας έγινε ενθουσιώδης υποδοχή εκ μέρους των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων της πόλης .
 Οι Γάλλοι παρέσχον μεγάλας ευκολίας εις τον στρατόν μας κατά την απόβασιν και κατά την κατάληψιν της πόλεως. Επί τη επισήμω αναγγελία του εφροσύνου γεγονότος συνεκροτήθη (σ.σ. στη Θεσσαλονίκη) ογκώδης διαδήλωσις υπό του ενθουσιώντος λαού ενταύθα Η πόλις πανηγυρίζει. Οι κώδωνες όλων των ναών σημαίνουν χαρμοσύνως»
  Στις 15 Μαΐου 1920 με δίστηλο τηλεγράφημα του ανταποκριτή της η «Ακρόπολις» αναγγέλλει: «Ήρχισεν χθες η προέλασις του ελληνικού στρατού εις Θράκην. Κατελήφθη η Γκιουμουλτζίνα και το Δεδέαγατς.
 Αρχηγός του αποβιβασθέντος εις Δεδέαγατς στρατού είναι ο υποστράτηγος κ. Μαζαράκης και του εισελθόντος εις Γκιουμουλτζίνα ο υποστράτηγος κ. Παμίκος Ζυμβρακάκης».Στη συνέχεια φιλοξενεί το κείμενο της ημερήσιας διαταγής του σωματάρχη Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη που άρχιζε με τη φράση «Η Θράκη επανέρχεται εις την μητέρα Ελλάδα».
Την ίδια μέρα και σε άλλη στήλη ανέφερε τηλεγράφημα από το Παρίσι, σύμφωνα με το οποίο ο Τζαφέρ Ταγιάρ προετοίμαζε αντίσταση κατά των Ελλήνων.
Στις 15 Μαΐου 1920 η ίδια εφημερίδα αναφέρει με τίτλο «Η προέλαση εις την Θράκην»: «Ασήμαντος συμπλοκή με κομιτατζήδες και Βουλγάρους στρατιώτες. Δεν υπάρχουν φόβοι σοβαρότερων συρράξεων. Η προέλαση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη και ήρεμη όσον ήθελε να την παρουσιάσει η ελληνική πλευρά. Ομάδες κομιτατζήδων (Τούρκων και Βουλγάρων), υπό την καθοδήγηση του Τούρκου συνταγματάρχη και συνεργάτη του Κεμάλ, Τζαφέρ Ταγιάρ, επιδίδονταν σε ενόπλους επιθέσεις και υπήρχον συνεχή επεισόδια, με υπόδειξη και ενίσχυσιν εκ Σόφιας και Κωνσταντινούπολιν».
 Κατά την ίδια εφημερίδα: «Κατά την προέλασιν των Ελλήνων είχον κυκλοφορήσει εις την περιοχήν Καραμπανιόλ τουρκοβουλγαρικές προκηρύξεις με τις οποίες εκαλούντο οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι της περιοχής να επαναστατήσουν υπό την ηγεσίαν και καθοδήγηση του κομιτάτου. «Η Θράκη ούτε υπήρξεν, ούτε θα γίνει ελληνική. Η Θράκη θα διοικηθεί από τα δικά της τέκνα. Εμπρός ήρωες της Θράκης….Ζήτω η ανεξάρτητος Θράκη…», ανέφερον μεταξύ των άλλων οι προκηρύξεις….».
 Η εφημερίδα «Μακεδονία» κάτω από τον τίτλο «Συνεχίζεται η κατάληψη της Θράκης», δημοσιεύει εκτενή ανταπόκριση από την Κομοτηνή «Αληθώς μεγαλειώδης η είσοδος του εθνικού στρατού εις την πόλιν μας και αληθώς συγκινητική η γενομένη προς αυτόν υποδοχή……. Λίαν πρωϊ οι κώδωνες ηχούν χαρμοσύνως, κύματα δε κόσμου εξεχύνοντο προς την είσοδον της πόλης, όπως υποδεχθούν τον ελευθερωτήν σττατόν. Από της 6,30 π.μ. όλαι αι κοινοτικαί αρχαί, Ελληνικαί, Τουρκικαί, Εβραϊκαί, Αρμενικαί, μηδέ των Βουλγαρικών εξαιρουμένων εξήλθον προς προϋπάντησιν του Ελληνικού στρατού….».
  Από τις εφημερίδες που συμμετείχαν στην εθνική χαρά για τις επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού συμπεριλαμβάνεται και η «Πατρίς» του Δημ. Λαμπράκη η οποία στις 15 Μαΐου 1920 σε πρωτοσέλιδο άρθρο της με τίτλο «ΕΛΛΑΣ ασπάσου τα μέτωπα των πιστών σου τέκνων» και ανταπόκριση από τη Θράκη με τίτλο «Κατελήφθησαν η Γκιουμορτζίνα και το Δεδέαγατς», ενώ την ίδια ημέρα διαβάζουμε στην εφημερίδα «Αθήναι» ότι: «….τα χωρία εξ ων διέρχονται τα στρατεύματα μας, πανηγυρίζουν εν εξάλλω ενθουσιασμώ την απελευθέρωσή τους. Οι κάτοικοι εξέρχονται εις προϋπάντησίν των κρατούντες ελληνικάς σημαίας……».
Η εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ» στις 15 Μαΐου αναφέρει: «Συντελεσθείσης σήμερον της αποχώρησης των Γαλλικών στρατευμάτων, εδόθη παρά του ημετέρου Στρατηγείου η διαταγή της αμέσου εκκινήσεως του Ελληνικού στρατού προς κατάληψιν ολοκλήρου της Βουλγαρορατούμενης Θράκης. Από τα ξημερώματα χθές ήρχισαν η προέλασις της Μεραρχίας Κρήτης και άλλων Μεραρχιών αι οποίαι είχον συγκεντρωθεί εις την ανατολικήν πλευράν του τριγώνου Ξάνθης προς κατάληψιν της Γκιουμουλτζίνας και της περιοχής αυτής. Τα χωριά εξ ων διέρχοντο τα στρατεύματά μας πανηγυρίζουν εν εξάλλω ενθουσιασμώ την απελευθέρωσίν των. Οι κάτοικοι εξέρχονται εις προϋπάντησιν των στρατευμάτων μας κρατούντες ελληνικάς σημαίας….».
Στη συνέχεια περιγράφει με λεπτομέρεια την άφιξη του Ελληνικού στρατού στη Κομοτηνή και την ενθουσιώδη υποδοχή του από τους κατοίκους της πόλης.
Η κατάληψη του Δεδέαγατς 15/5/1920 Δοξολογία στην Αλεξανδρούπολη
Και συνεχίζει η ίδια εφημερίδα: «…Η ΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ.
 Έτερον τηλεγράφημα εκ Θεσσαλονίκης αγγέλλει ότι ολίγον μ.μ. εξεδόθη υπό του Αρχηγείου του Στρατού της Θράκης και νεώτερον ανακοινωθέν αγγέλον την κατάληψιν του Δεδέαγατς έχον ούτω: «Η πόλις του Δεδεαγάτς κατελήφθη την 6ην πρωϊνήν σήμερον δι΄ αποβάσεως τμημάτων του στρατού μας. Ουδέν απολύτως επεισόδιον εσημειώθη, δεν ερρίφθη ουδέ είς πυροβολισμός. Ο ενθουσιασμός σύμπαντος του πληθυσμού της πόλεως είναι απερίγραπτος. Έλληνες και Τούρκοι υποδέχονται μετά χαράς τον στρατόν μας, εκδηλούντες την ανακούφισίν των και εκφράζοντες την πεποίθησίν των περί της εξασφαλίσεως της ευημερίας των υπό την Ελληνικήν Διοίκησιν.
 Οι Γάλλοι παρέσχον πάσαν δυνατήν ευκολίαν δια την απόβασιν των ελληνικών στρατευμάτων και την κατάληψιν της πόλεως. Μετά την κατάληψιν του Δεδέαγατς ισχυρά τμήματα ήρχισαν προχωρούντα προς βορράν προς κατάληψιν του Φερετζίκ, του Σουφλίου, του Διδυμοτείχου και άλλων σημείων ΒΑ…».
Στην εφημερίδα «Καθημερινή», που απέφυγε οποιοδήποτε άρθρο με το οποίο να σχολιάζει τα τεκταινόμενα στη Θράκη, στις 17 Μαΐου 1920, διαβάζουμε στη πρώτη σελίδα άρθρο του Ίωνα Δραγούμη, που διετέλεσε Πρόξενος της Ελλάδος στο Δεδέδαγατς το1907-08, με τίτλο «Νέοι αγώνες» στο οποίο καταφέρεται κατά της τυραννίας του Βενιζέλου, αναφέρει ότι«…εσωτερικώς λυμαίνεται το κράτος μια ολιγαρχία τυράννων, σατραπίσκων και ντερεμπέηδων, χρησιμοποιώντας προς επιβολήν των χωροφύλακας, πραιτωριανούς, μπράβους και χαφιέδες, στρατιωτικούς και άλλους ιδιωνύμους ανόμους νόμους».
 Στις εσωτερικές της σελίδες αναφέρει τα τηλεγραφήματα από την Θράκη κατά τα οποία: «Συνεπληρώθη η κατάληψις της Θράκης. Άκρα τάξις βασιλεύει απ΄ άκρου εις άκρον». Για την υποδοχή του ελληνικού στρατού στην Γκιουμουλτζίναν : «…Αρμένιοι, Ισραηλίται και Τούρκοι κρατούσαν ελληνικάς σημαίας και εξεδήλωνον ποικιλοτρόπως την χαράν τους. Οι πολίται άδουσι και χορεύουσι μετά των ελευθερωτών των στρατιωτών». Στη συνέχεια αναφέρεται στις διαβεβαιώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Χαρίση Βαμβακά προς τον Τούρκο διοικητή της Γκιουμουλτζίνας Αρίφ μπέη ότι η ελληνική διοίκηση έρχεται να εφαρμόσει πρόγραμμα ισοπολιτείας «το οποίον είναι ιδεώδες της κυβερνήσεως Βενιζέλου». Οι μειονοτικοί ξεθάρρεψαν και συμμετείχαν αυθόρμητα στο χαρμόσυνο γεγονός της υποδοχής.
 Και καταλήγει το δημοσίευμα με την είδηση ότι η Ελληνική Κυβέρνηση έφερε από το Κάιρο τον διπλωμάτη Αντώνιο Σαχτούρη τον οποίο προορίζει για «Ύπατο Αρμοστή της Ελλάδος στη Θράκη» (Δυτικής και Ανατολικής, με έδρα την Αδριανούπολη.
Η «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης στο φύλλο της 15ης Μαΐου 1920 αφιερώνει σχεδόν ολόκληρη τη πρώτη της σελίδα στην κατάληψη της Θράκης, με λεπτομερή πανηγυρική ανταπόκριση και πάλλουσα από εθνική συγκίνηση περιγραφή την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων εις την Γκιουμουλτζίναν: «Η δύναμις της Ελλάδος.
Η επιβλητική είσοδος του στρατού εις την Γκιουμλτζίναν….Αμέσως σημαιοστολήθηκαν τα δημόσια καταστήματα, ως και πλείστα ιδιωτικά, οι κώδωνες των εκκλησιών ήχουν επί ημίωρον χαρμοσύνως. Η ανακούφισις υπήρξε μεγάλη, τόσον εκ της ενάρξεως της παρελάσεως, όσον και διότι ουδέν εμπόδιον παρενεβλήθη εις τον στρατόν μας, κατά την απόδοσιν της ελληνικής ελευθερίας εις σπουδαία κέντρα της μέχρι χθες Σκλάβας Θράκης».
 Είναι αξιοσημείωτο ότι η «Μακεδονία» για πολλές ημέρες διατήρησε την ενσωμάτωση της Θράκης ως πρωτοσέλιδη είδηση. Άλλωστε η εφημερίδα αυτή ήταν απομακρυσμένη από το επίκεντρο των πολιτικών συγκρούσεων για αυτό και έδινε πολλές ειδήσεις, ασκούσε εποικοδομητική κριτική και ζητούσε συνετή διαχείριση των κατακτημένων εδαφών.
Σε κύριο άρθρο της 19 Μαΐου 1920 της «Ακρόπολις» με τίτλο «ΘΡΑΚΗ», του Διευθυντή της Θ.Ν. Συναδινού αναφέρεται:«….πράγματι ο αντιπολιτευόμενος τύπος δεν εύρε δύο λέξεις δια να χαιρετίσει την απελευθέρωση της Θράκης ….μία Θράκη ελευθερωμένη, αποτελούσα έναν οργανισμόν και ένα σώμα δεν είναι προδοσία κατά της Ελλάδος, δεν είναι πώλησης αυτής εις τους ξένους, δεν είναι παράδοσις αυτής εις τους στρατούς άλλων Δυνάμεων. Είναι υπερηφάνεια, και ζωή, και εθνική κολυμβήθρα, και αναγέννησις και σταθμός προόδου, ευτυχίας και μεγαλείου δια το κράτος μας. Η Θράκη είναι θρύλος και παράδοσις και θρησκεία και πίστις δια τους κληρονόμους; Της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής παρουσίας, βεβαρυμένης με δουλείας και χρέη και υποθήκας, και αποδιδόμενης ήδη ελευθέρας εις τους δικαιούχους αυτής και νομίμους `κυρίους. Η Θράκη δια την Ελλάδα δεν είναι Βενιζέλος, κύριοι αντιπολιτευόμενοι, είναι και θα είναι – παρά την θέλησίν σας έστω – μόνον Ελλάς»
Τα επίσημα ανακοινωθέντα τα δημοσιεύουν όλες οι εφημερίδες της εποχής. Είτε με δεύτερη έκδοση στις 14 Μαΐου (επί του πιεστηρίου), Ενδεικτικά το «ΕΘΝΟΣ» της 14ης Μαΐου βάζει το ανακοινωθέν κάτω από τον τίτλο: «Επί του πιεστηρίου. Χαράς ευαγγέλια Η Γκιουμουλτζίνας και το Δεδέαγατς κατελήφθησαν». Το «ΕΜΠΡΟΣ» κάτω από τον τίτλο « Τελευταία ώρα – Η κατάληψη της Δυτικής Θράκης – Απερίγραπτος ενθουσιασμός Ελλήνων και Τούρκων».
Η «Νέα Αλήθεια» της Θεσσαλονίκης σε δεύτερη έκδοση και τίτλο «Η απελευθέρωση της Θράκης υπό του Στρατού μας» έχει τηλεφωνική ανταπόκριση από την Κομοτηνή που αρχίζει: «Η χθεσινή ημέρα υπήρξε δια την Ελληνικήν μας Θράκη την ωραίαν δυστυχή, την Σκλάβαν την πεντάμορφη πέντε ετών δουλείας πένθους δακρύων συμφορών και διωγμών ημέρα Αναστάσεως, απολυτρώσεως αρχή….».
  Τις επόμενες ημέρες έχουν ανταποκρίσεις από το Σουφλί, το Διδυμότειχο, την Αδριανούπολη.
  Στις 20 Μαΐου η «Μακεδονία» σε ανταπόκριση του μονίμου ανταποκρίνου της από το Σουφλί με ημερομηνία 14 Μαΐου (ταχυδρομικώς), αναφέρει: «Ενθουσιασμός, κίνησις, ρίγη, απ΄ άκρου εις άκρον στο Σουφλί. Η μεγάλη είδηση έφθασε. Η αναμενόμενη ιερά στιγμή επλησίασε. Ο Στρατός, οι Έλληνες, οι ελευθερωταί έρχονται. Αποβιβάσθησαν στο Δεδέαγατς και έως το βράδυ είναι εδώ….. Τα βάσανα τελειώνουν. Θάναι πια ήσυχοι. Έρχονται χαρούμενοι να γιορτάσουν την ανάσταση.».
Η ιστορική σημαία της Κομοτηνής [14 Ιουλίου 1913]
 Την παραμονή της 14ης Μαΐου, επετείου απελευθερώσεως της Κομοτηνής από τον ξένο ζυγό και την ημέρα της γιορτής, κατά τη παρέλαση αρχών και λαού, τιμάται ξεχωριστά η ιστορική σημαία της πόλης της Κομοτηνής.
  Όπως βλέπουμε όλοι, η ιστορική σημαία της πόλης, είναι ένα πανί, ραμμένο κάπως βιαστικά, χωρίς μάλιστα τις κανονικές διαστάσεις της Σημαίας, που έχει γύρω του κρόσια. Πάνω στη σημαία είναι κεντημένες με άσπρη κλωστή, πέντε χρονολογίες. Στα 1913, 14 Ιουλίου, ήλθε στην Κομοτηνή τμήμα του Ελληνικού Στρατού. Η υποδοχή που του έγινε από το λαό, δεν περιγράφεται.  Ο ενθουσιασμός και το παραλήρημα Ελλήνων και Μουσουλμάνων ήταν κάτι το ασύλληπτο. Επειδή δε το στρατιωτικό τμήμα δεν είχε δική του σημαία ο επί κεφαλής αξιωματικός ζήτησε μία σημαία από τους Κομοτηναίους. Τότε, κορίτσια της Κομοτηνής έραψαν βιαστικά και αμέσως τη σημαία αυτή, τη φιλοτέχνησαν με τα κρόσια και την παρέδωσαν στον επί κεφαλής του Στρατού. Η Σημαία υψώθηκε τότε στο Διοικητήριο – σημερινό κτίριο των δικαστηρίων – και κυμάτιζε εκεί επί όσες μέρες έμεινε ο στρατός μας στην πόλη.
Η ιστορική σημαία της Κομοτηνής  Όταν όμως ο στρατός πήρε διαταγή να αποσυρθεί για μεγάλη λύπη του πληθυσμού, την 6ην Αυγούστου του 1913, ο Κρητικός δεκανέας Παπαηλιάκης (δικηγόρος αργότερα Κρήτης) και με πρωτοβουλία του, πήρε μαζί του τη σημαία. Όταν δε πήγε με άδεια στην πατρίδα του, την παρέδωσε στον παππού του, οπλαρχηγό, με την παράκληση να την αποστείλει στο  δήμαρχο Κομοτηναίων, όταν θα ελευθερωθεί πάλι η Κομοτηνή. Ο Παπαηλιάκης, τήρησε το λόγο του. Το 1920, όταν δήμαρχος Κομοτηνής ήταν ο αείμνηστος Απόστολος Σούζος, παρέλαβε τη σημαία αυτή, που συνοδεύονταν από μια συγκινητική και εμπνευσμένη επιστολή του κ. Παπαηλιάκη. Ο ίδιος ο Παπαηλιάκης αργότερα, ευτύχησε να επισκεφθεί ο ίδιος την πόλη μας και να εκφράσει προς αυτή και το λαό της τα αισθήματά του.
  Η σημαία από τότε διαφυλάχθηκε στο Δημαρχείο Κομοτηνής, ιερό, ιστορικό κειμήλιο. Από του 1928, επί Δημαρχίας Σοφοκλή Κομνηνού καθιερώθηκε να γίνεται σε επίσημη τελετή, η έπαρσή της κάθε 14η Μαίου. Το 1941, όταν ξανά μπήκαν στην Κομοτηνή οι Βούλγαροι κατακτητές, ο τότε δημοτικός υπάλληλος αείμνηστος Νικόλαος Μακαρώνης, με κίνδυνο της ζωής του, παρέλαβε την ιστορική αυτή σημαία από το δημαρχείο και τη φύλαξε, μέσα σε σωλήνες θερμάστρας στο σπίτι του. Κι όταν ξαναγύρισαν οι νόμιμες ελληνικές αρχές, μετά το τέλος του πολέμου, την παρέδωσε και πάλι στο Δήμο και γι’ αυτό έτυχε μάλιστα ειδικής ευαρέσκειας από το Δήμο για τη πατριωτική του αυτή χειρονομία.(lithosfotos.blogspot.gr)
Στις 14 Μαΐου γιορτάζουμε την απελευθέρωση της Θράκης. Η Θράκη υποδουλώνεται στους Οθωμανούς γύρω στο 1360. Τότε αρχίζει και μια ιστορία αιώνων γεμάτη αγώνες και θυσίες. Κάποια εποχή η Οθωμανική αυτοκρατορία παραχωρεί στους υπόδουλους την αυτοδιαχείριση των κοινοτικών πραγμάτων που αφορούσαν τη λατρεία, την εκπαίδευση, το οικογενειακό δίκαιο. Με αυτά τα δεδομένα προχώρησε η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη όλης της Θράκης στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς. Το 1821 η Θράκη προσφέρει στον Αγώνα πλοία, χρήματα, ήρωες και ποταμούς αίματος. 
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, ο Μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παΐσιος, ο Κάρπος Παπαδόπουλος, ο Αντώνιος και η Δόμνα Βυζβίζη κα. Όλες οι επαναστατικές ενέργειες διαλύθηκαν και οι επαναστάτες εξοντώθηκαν. Στη Φιλιππούπολη, στη Βάρνα, στην Αγχίαλο , στη Μεσημβρία, στη Μάκρη, στη Μαρώνεια, στην Αίνο, στη Σαμοθράκη κ.α.
  Πολλά χρόνια αργότερα, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913 η Δυτική Θράκη επιδικάζεται στους Βούλγαρους. Ο Θρακιώτικος λαός εξεγείρεται, απωθεί τις Βουλγαρικές δυνάμεις, κηρύσσει την αυτονομία της περιοχής και σχηματίζει προσωρινή Κυβέρνηση. Η Ελληνική Κυβέρνηση όμως, τηρώντας τους όρους της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, εγκαταλείπει τη Θράκη , η οποία παραδίνεται στους Βούλγαρους τον Οκτώβριο του 1913. Η ελευθερία κράτησε λοιπόν μόνο τρεις μήνες και έμελλε να αργήσει άλλα έξι χρόνια. Η Βουλγαρική κατοχή κατέστρεψε στα χρόνια που ακολούθησαν τον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της τοπικής κοινωνίας. Σταμάτησε τον πολιτισμό και ερήμωσε όλη την περιοχή. 250.000 Έλληνες της Θράκης οδηγήθηκαν στην προσφυγιά. Δεκάδες χιλιάδες σφαγιάσθηκαν.
 Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου πολέμου βρίσκει την Τουρκία ηττημένη. Η Ελλάδα διεκδικεί ξανά όλη τη Θράκη. Τότε η Γαλλία, για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, δια του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής Γάλλου Φρανσουά ντ Εσπεραί διατάσσει τα συμμαχικά στρατεύματα να καταλάβουν τη Δυτική Θράκη, επίσημα, για λογαριασμό της συμμαχίας, ουσιαστικά όμως για την επίτευξη των δικών της βλέψεων. Το πρωινό της 4ης Οκτωβρίου 1919 τα συμμαχικά στρατεύματα με επικεφαλής τον στρατηγό Λεοναρδόπουλο μπαίνουν στην Ξάνθη και στη συνέχεια ελευθερώνουν όλη τη Δυτική Θράκη από τους Βούλγαρους.
 Οι συμμαχικές δυνάμεις επέβαλαν στη Θράκη καθεστώς διασυμμαχικής κατοχής, ονομάζοντάς την “Χώρα της Θράκης”. Επίσημη γλώσσα ήταν η Γαλλική. Τη Διοίκηση της Θράκης ανέλαβε κατ΄ εξουσιοδότηση του Αρχιστράτηγου ο Στρατηγός Σαρπύ.
Φτάνουμε έτσι στην 14η Μαΐου του 1920, ημέρα που ο Ελληνικός Στρατός διατάσσεται να αναλάβει εξ ονόματος των συμμάχων την κατάληψη και διοίκηση της Δυτικής Θράκης, αντικαθιστώντας τα Γαλλικά στρατεύματα. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Θράκη προσαρτάται οριστικά στην Ελλάδα.
 Οι Θρακιώτες μαθαίνουν το πολυπόθητο γεγονός στις 30 Ιουλίου 1920 από το εξής τηλεγράφημα του ίδιου του Βενιζέλου προς τον κυβερνητικό αντιπρόσωπο της Θράκης: «Χαίρω μεγάλως αγγέλων υμίν ότι σήμερον εβδόμην επέτειον Συνθήκης Βουκουρεστίου υπεγράφη συνθήκη ειρήνης μετά Τουρκίας, δι’ ης αι κυριότεραι σύμμαχοι δυνάμεις μεταβίβασαν ημίν Δυτικήν Θράκην».
 Σήμερα στη χαραυγή του 21ου αιώνα, η Θράκη στέκεται πια υπερήφανη και στολισμένη με τις ομορφιές της. Τις φυσικές, τις πολιτιστικές, τις πνευματικές. Αποτελώντας το ανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχοντας αναγνωριστεί επιτέλους η σημασία της για την Ελλάδα, ατενίζει το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Η γεωπολιτική της θέση καθίσταται όλο και πιο σημαντική.
 Οι αγώνες και οι θυσίες των προγόνων μας δικαιώθηκαν. Ελεύθεροι συνεχίζουμε το έργο της ανάπτυξης και της προόδου. Το νόημα της σημερινής Επετείου είναι το χρέος μας να μη λησμονούμε την ιστορία μας και να αποτίουμε φόρο τιμής στους πρωταγωνιστές της.
Λίγα χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Θράκης
  Το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρήκε το Dedeagatch (σημερινή Αλεξανδρούπολη), χτυπημένο από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του 1915, να παραμένει στην κατοχή της Βουλγαρίας. Πολλοί κάτοικοί του είχαν αναγκαστεί από τη Βουλγαρική κατοχή να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους, το λιμάνι ήταν γεμάτο από λείψανα των σκαφών που είχαν βυθιστεί κατά τους βομβαρδισμούς, σύμφωνα δε με δημοσιεύματα της εποχής 150 οικίες ήταν τελείως κατεστραμμένες και 250 ημικατεστραμμένες («εφημερίς των Βαλκανίων» 12.11.1919).
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 η Βουλγαρία υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη ανακωχή πρώτη από τις κεντρικές δυνάμεις που αντιμάχονταν την Ανταντ. Έτσι συμφώνησε να εγκαταλείψει όλα τα Σερβικά και Ελληνικά εδάφη που εξακολουθούσε να κατέχει ο στρατός της και που μέχρι τότε ισχυριζόταν ότι είναι δικά της. Οι Βρετανοί μπήκαν στη Σόφια και ο FRANCHET D’ ESPEREY αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στο βαλκανικό μέτωπο διέταξε το Άγγλο στρατηγό Miln έχοντας υπό τις διαταγές του επτά (7) συμμαχικές μεραρχίες να επιτεθεί εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  Έτσι μεταξύ αυτών η 22η Βρετανική Μεραρχία που ανέλαβε την προκάλυψη από τη θάλασσα μέχρι το Σουφλί επιβιβάσθηκε στις 25 Οκτωβρίου από το Σταυρό Χαλκιδικής σε ατμόπλοια για να μεταφερθεί στο Dedeagatch (Αλεξανδρούπολη), ενώ η 122η Γαλλική Μεραρχία έλαβε θέσεις προκαλύψεως από το Σουφλί μέχρι το Αχούρμπεη (σημερινό Χειμώνιο), με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής Αndrianople – Dedeagatch για την ελεύθερη χρησιμοποίηση της. Μάλιστα οι Βρετανοί με την άφιξή τους στην πόλη εγκατέστησαν Βρετανικό Στρατιωτικό Κοιμητήριο (βλ. προηγούμενο φύλλο).
  Οι συμμαχικές δυνάμεις όμως δεν χρειάστηκε να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά γιατί από το φόβο της επικείμενης επιθέσεως και με το στρατό τους αιχμαλωτισμένο και υποχωρούντα στην Παλαιστίνη, οι Οθωμανοί στις 30 Οκτωβρίου 1918 υπέγραψαν και αυτοί ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου με τον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ ο οποίος ενήργησε εν ονόματι των συμμάχων. Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής μια βρετανική μεραρχία θα καταλάμβανε τα Δαρδανέλια και το Βόσπορο. Ο Φρανσε ντ’ Εσπερέ όμως διέταξε για την ενέργεια αυτή την 28η Βρετανική μεραρχία να επιβιβαστεί σε πλοία από τη Θεσσαλονίκη και την 122η Γαλλική Μεραρχία να συγκεντρωθεί στο Dedeagatch απ’όπου θα μεταφέρετο ατμοπλοϊκώς στο Βόσπορο.
  Μετά την υπογραφή της ανακωχής εκ μέρους της Βουλγαρίας και την αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων, η Δυτική Θράκη εξακολούθησε να παραμένει υπό την κατοχή της τελευταίας που διατήρησε στρατιωτικές και πολιτικές αρχές αλλά εγκαταστάθηκε διασυμμαχικός έλεγχος και ολιγάριθμα συμμαχικά στρατεύματα κατέλαβαν τα σπουδαιότερα κέντρα για την εξασφάλιση των συγκοινωνιών και τη φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής Κουλελί Μπουργας (Πύθιο) – Κων/πολεως αλλά και τη διατήρηση της τάξεως στις πόλεις και την ύπαιθρο.
Τα ανωτέρω στρατιωτικά τμήματα αποτελούνταν από ένα γαλλικό τάγμα, ένα τάγμα Σενεγαλέζων, ένα γαλλικό λόχο και μια βρετανική διμοιρία. Αρχηγός των στρατευμάτων κατοχής ήταν ο Γάλλος συνταγματάρχης Allier (Αλλιέ) με έδρα αρχικώς το Dedeagatch και εν συνεχεία την Ξάνθη και την Κομοτηνή.
  Εντωμεταξύ έντονες ήταν οι διπλωματικές διεργασίες στο συνέδριο της ειρήνης που άρχισε στο Παρίσι όπου η Δυτική Θράκη είχε αποβεί πεδίο ανταγωνισμών διαφόρων ενδιαφερομένων κρατών.
Οι Αμερικανοί αντιπρόσωποι δήλωναν απερίφραστα ότι η Δυτική Θράκη θα πρέπει να παραμείνει στην Βουλγαρία αρνούμενοι το βουλγαρικό αποκλεισμό από το Αιγαίο. Συγκεκριμένα πρότειναν να δοθεί στην Ελλάδα μόνο η περιοχή Ξάνθης – Γκιουμουλτζίνας ενώ η υπόλοιπη βόρεια δυτική Θράκη θα πήγαινε στη Βουλγαρία και η υπόλοιπη νότια δυτική Θράκη μαζί με όλη την Ανατολική στο νεοσύστατο κράτος της Κων/πολεως το οποίο ήλπιζαν ότι θα αναλάμβαναν υπό την κηδεμονία τους με εντολή της νεοσύστατης κοινωνίας των εθνών. Η στάση τους αυτή οφειλόταν και στη ένθερμη συμπάθεια του Δημοκρατικού προέδρου Wilson προς τη Βουλγαρία εξαιτίας της επιρροής τόσο της γυναίκας του και της αδερφής της που είχε παντρευτεί τον πρεσβευτή της Βουλγαρίας στην Ουάσιγκτον, όσο και των ανθελληνικών κύκλων του Ροβερτείου Κολλεγίου Κων/πολεως καθώς και των μεγαλεμπόρων καπνού ανταγωνιστών των ελληνικών συμφερόντων.
  Η Γαλλία πρότεινε σαν συμβιβασμό τη δημιουργία ενός ελεύθερου κράτους του Dedeagatch που θα περιείχε ένα διάδρομο κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε τα λιμάνι αυτό με την Αndrianople (Αδριανούπολη). Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις τελικά, ύστερα σχεδόν από ένα χρόνο από το τέλος του πολέμου και αφού αποτραβήχτηκε λόγω ασθενείας από το προσκήνιο ο τιμηθείς με Νόμπελ Ειρήνης για το έτος 1919 Πρόεδρος Wilson, η Δυτική Θράκη αφαιρέθηκε από τη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Neuilly sur Seine (14/27.11.1919). Με το άρθρο 48 της συνθήκης αυτής η Δυτική Θράκη θα υπάγονταν μέχρι της διευθέτησης της οριστικής της τύχης υπό τη διοίκηση Γάλλου αρμοστή και θα αποτελούσε ένα είδος διασυμμαχικού κράτους (Thrace Interalliee).
Ήδη ενώ προετοιμαζόταν η υπογραφή της οι σύμμαχοι εξουσιοδότησαν τον Φρανσε ντ’ Εσπερέ, αρχηγό πλέον του συμμαχικού στρατού της Ανατολής, όπως εντός του Οκτωβρίου του 1919 διατάξει την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους. Αρμοστής ορίστηκε ο Γάλλος στρατηγός Charpy, ο οποίος στις 10 Οκτωβρίου 1919εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή όπου παρέλαβε τη διοίκηση από τον Allier (Αλλιέ) ενώ στις 18 Οκτωβρίου 1919 κατελήφθησαν υπό συμμαχικές δυνάμεις η περιφέρεια της Κομοτηνής και του Κaragatch.
Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
Οι διεργασίες για την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα και τα στρατιωτικά γεγονότα που ακολούθησαν και είχαν σαν αποτέλεσμα την ενσωμάτωση της Θράκης, απασχόλησαν όλο τον Ελληνικό τύπο της εποχής, κυρίως των Αθηνών («Ακρόπολις», «Πατρίς», «Αθήναι», «Νέα Ελλάς», «Καθημερινή», κ.λ.π.) αλλά και της Θεσσαλονίκης («Μακεδονία», «Φως», «Νέα Αλήθεια»). Στην Αθήνα, ο μεν συμπολιτευόμενος τον Βενιζέλο τύπος (Ακρόπολις, Πατρίς) έδινε στην απελευθέρωση της Θράκης διαστάσεις θριάμβου και περιλάμβανε τα γεγονότα με τον μανδύα του θρύλου. Σε αντίθεση με τον αντιπολιτευόμενο στον Βενιζέλο τύπο, (Καθημερινή, Νέα Αστραπή), ο οποίος, αν και δεν αποσιωπούσε τις θετικές εξελίξεις στη Θράκη, τις υποβάθμιζε και τις απέδιδε περισσότερο στο δαιμόνιο της φυλής, παρά στη πολιτική και στρατηγική ικανότητα του Βενιζέλου, την οποία και δεν αναγνώριζε.
Στη Θεσσαλονίκη η «Μακεδονία», ιδρυτής και διευθυντής της οποίας ήταν ο Κ. Βελλίδης, παρουσίαζε τα γεγονότα με πολύ έντονο το βιωματικό στοιχείο και αφουγκραζόμενη τους παλμούς εκείνης της εποχής. Είχε μόνιμο απεσταλμένο στη Θράκη τον Πέτρο Λεβαντή και ήταν πλήρως ενήμερη για τις εξελίξεις, τις οποίες με άρθρα και σχόλια ανέλυε αναδεικνύοντας πέρα από την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων και την εθνική έξαρση που επικρατούσε στον λαό. Η εφημερίδα αυτή ήταν μακριά από το επίκεντρο των πολιτικών αντιπαραθέσεων (Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών) και έδινε πληθώρα ειδήσεων, ασκούσε εποικοδομητική κριτική και ζητούσε συνετή διαχείριση των εδαφών που κατακτούσε ο στρατός μας. Σημείωνε συγκεκριμένα: «Η Δυτική Θράκη είναι σήμερον Ελλάς και πρέπει να εξαλειφθεί απ΄ εκεί κάθε ίχνος βουλγαροκρατίας» και απαιτούσε την άμεση κατάργηση του βουλγαρικού δασμολογίου
Η παλιννόστηση των προσφύγων
Από τον Γενάρη του 1920 η Θράκη είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του τύπου. Στις 16 Ιανουαρίου 1920 στην εφημερίδα «ΤΟ ΦΩΣ» βρίσκουμε στη πρώτη σελίδα ένα μονόστηλο με τίτλο «ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΡΑΚΗΝ» και αναφέρει: «Οι εγκατασταθέντες μέχρι σήμερον εις Θράκην ανέρχονται εις 40 χιλιάδας»। Το γεγονός αυτό δείχνει να αποδίδουν οι προσπάθειες της Ελληνικής Κυβέρνησης δια του εκπροσώπου της στη Συμμαχική Διοίκηση της Θράκη Χαρίση Βαμβακά να επαναπατρισθούν οι Έλληνες που είχαν φύγει ως πρόσφυγες από το 1913 εξ αιτίας της Βουλγαρικής κατοχής। Στις 28 Ιανουαρίου 1920 η «Μακεδονία» δημοσιεύει στη 2η σελίδα ανταπόκριση από την Ξάνθη με τίτλο «ΗΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ» και υπότιτλο «Πως γίνεται η παλινόστηση. Το έργον της περιθάλψεως. Νοσοκομεία, ιατρεία, πρατήρια, σχολαί, ορφανοτροφεία».
 Στο κείμενο μεταξύ των άλλων αναφέρει: «…Ιδρύθησαν ιατρεία εις Γκιουμουλτζίναν, Δεδέαγατς, Σουφλί, Διδυμότειχον και Κάραγατς, παρεχομένων φαρμάκων και ιατρικής περιθάλψεως δωρεάν, ανεξαρτήτως φυλής εις πάντας. Ιδρύθησαν επίσης Νοσοκομεία εις Ξάνθην και Δεδέαγατς…… Ελπίζεται ταχέως να οικοδομηθούν τα κατεστραμένα χωρία Κιρκά, Μάκρη, Μαρώνεια και Μπουλούστρα…….
 Ήδη ιδρύθη εις Γκιουμουλτζίναν ορφανοτροφείον, όπου διαμένουν τα ορεφανά της Θράκης. Ιδρύεται οικοτροφείον αρρένων εις Ξάνθην και βιοτεχνική σχολή, οικοτροφείον θηλέων εν Δεδεαγάτς και πρακτική αγροτική σχολή εις Γκιουμουλτζίνα. Επίσης ιδρύεται διδασκαλείον νηπιαγωγών μετά οικοτροφείου εν Δεδέαγατς»।
Η Προετοιμασία
Πλησιάζοντας στην ημέρα των επιχειρήσεων κατάληψης της Θράκης τα δημοσιεύματα για τη Θράκη πληθαίνουν. Στις 7 Μαΐου 1920 η εφημερίδα «ΦΩΣ» δημοσιεύει ανταπόκριση συνεργάτη της από το Διδυμότειχο: «…Διερχόμεθα το όμορφο Σουφλί που γιγαντούται σαν ζέφυρος από εθνική ψυχή το ελληνικό του παράστημα, η ελληνική του θέα. Στο σταθμό πολύ πλήθος γελά. Γειά σας παιδιά! Πότε έρχονται οι δικοί μας; Είναι ολοζώντανη ερώτησις τούτο! …..Φθάνομεν στο Διδυμότειχο. Στο σταθμό ακούω τακτικά το «γειά σας παιδιά», τελωνοφύλακες της Θρακικής κυβερνήσεως με τον κούκο της Άμυνας με το γλυκό τους χακί προδίδουν ότι κατά τα τρία τέταρτα είναι ελληνικό…….».
Το δημοσίευμα όμως που δείχνει καθαρά ότι πλησιάζει η ημέρα έλευσης του ελληνικού στρατού το έχει η «Μακεδονία» στις 8 Μαΐου 1920 με το οποίο πληροφορεί τους αναγνώστες της ότι «Ο Σαρπύ διετάχθη να παραδώση εις τον Ελληνικόιν Στρατόν»।
Και στις 12 Μαΐου 1920 «TΟ ΦΩΣ» σε ανταπόκρισή του από την Κομοτηνή αναφέρει: «Γκιουμουλτζίνα 9 Μαϊου…και ετοιμάζονται και φροντίζουν και κεντούν σημαίες … όλα τα κορίτσια φροντίζουν πως θα δείξουν πιο δυνατά, πιο έντονα την χαρά τους. Οι πρόσκοποι, τα παιδιά του σχολείου δοκιμάζουν τις αθώες και ευγενικές φωνές τους με τα τραγούδια που θα ψάλλουν στους ελευθερωτάς, τα ορφανά πως θα συγκινήσουν πιο πολύ, οι δεσποινίδες πως θα ευχαριστήσουν και όλοι περιμένουν…».
Την ίδια ημέρα η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» των Αθηνών, σε ανταπόκρισή του Α. Κοντόπουλου από την Κομοτηνή, με τίτλο «Η εγκατάστασις των Αρχών μας συντελείται καθ΄’ όλην την Δυτ. Θράκην. Η σελίς του Βασιλείου της Μεγάλης Ελλάδος» αναφέρει μεταξύ των άλλων: «Συμφώνως προς την διαταγήν του Στρατηγού Σαρπύ εξακολουθεί η αναχώρησις των Γαλλικών στρατευμάτων εκ της Δυτ. Θράκης. Σήμερον (σ.σ. 11 Μαΐου) αναχωρούν εντεύθεν οι Σενεγαλέζοι, αύριον δε αι λοιπαί υπηρεσίαι….
Αι Ελληνικαί αρχαί εγκατεστάθησαν πανταχού. Σήμερον την πρωϊαν εις την ενταύθα Νομαρχίαν έλαβε χώραν συγκινητική τελετή. Εκλείσθησαν τα βιβλία της διασυμμαχικής υπηρεσίας και εν μέσω των γενικών ζητωκραυγών των παραστάντων εις αυτά νέα σελίς με τον τίτλον «ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»….Το απόγευμα παρεδόθησαν εις τα εεληνικάς αρχάς επισήμως όλαι αι υπηρεσία….».
Η ημερήσια «Καθημερινή» , ως αντιβενιζελική εφημερίδα, λίγες μέρες πριν την είσοδο του Ελληνικού Στρατού στη Θράκη, στις 12 Μαΐου 1920 στις πληροφορίες στη πρώτη σελίδα της διαπιστώνει μεγάλους κινδύνους από την προετοιμαζόμενη αντίσταση των Βουλγάρων υπό τον στρατηγό Πρωτογίνωφ και τον συνεργάτη του Νάτσεφ.
Στις 13 Μαϊου 1920 «ΤΟ ΦΩΣ» σε ανταπόκριση του απεσταλμένου της αναφέρει: «Μέσω απείρων δυσχερειών ευρίσκομαι επί τέλους με στολήν Έλληνος στραιώτου εις την διασυμμαχικήν και αύριο νελληνικήν πλέον Γκιουμουλτζίναν, ελληνικήν και τυπικώς δηλαδή διότι η Γκιουμουλτζίνα είναι παρ΄ όλας τας προσπαθείας των Βουλγάρων Ελληνική όσον και αι Αθήναι. Παντού Ελληνική γλώσσα, παντού Έλληνες, παντού ελληνικαί σημαίαι…..» Και καταλήγει «Επισήμως εν μέσω επευφημιών εκλείσθησαν σήμερον τα βιβλία και ήρξαντο νέα με τον τίτλον «Βασίλειον της Μεγάλης Ελλάδος…….»
Οι Πολεμικοί ανταποκριτές
Πριν αναφερθούμε στα γεγονότα της 14ης Μαΐου 1920, σημειώνουμε ότι την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων παρακολουθούσαν από κοντά αρκετοί πολεμικού ανταποκριτές του ελληνικού και ξένου τύπου। Ανάμεσα σ΄ αυτούς είναι ο Ferryman της Morning Post, ο Raymond της Havas, ο Περδίκης της Exchange, ο Μοσχόπουλος του γραφείου τύπου του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο Δημ। Σβολόπουλος της «Νέας Ελλάδος», ο Α। Κοντόπουλος της «Πατρίδος», ο Π. Οικονόμου του «Εμπρός», ο Πέτρος Λεβαντής της «Μακεδονίας», ο Αρίστος Χασηριζόγλου της «Νέας Αλήθειας» από τη Θεσσαλονίκη και πολλοί άλλοι, που παρά τις δυσκολίες της εποχής υπηρετούσαν την ενημέρωση.
 Οι περισσότεροι απ΄ αυτούς συνόδευαν την Μεραρχία των Σερρών με τον Στρατηγό Ζυμβρακάκη από την Ξάνθη προς την Κομοτηνή ή ανέμεναν τον Ελληνικό στρατό στην Κομοτηνή, έδρα της διασυμμαχικής διοίκησης. Έτσι δεν έχουμε λεπτομερείς ανταποκρίσεις από το Δεδέαγατς την ημέρα της αποβίβασης του Ελληνικού στρατού με τον Κων/ντίνο Μαζαράκη – Αινιάν και την Μεραρχία Ξάνθης, διότι δεν είχε επιτραπεί να επιβιβασθούν στα πλοία πολεμικοί ανταποκριτές. Έτσι οι περιγραφές των γεγονότων στο Δεδέαγατς τις δύο πρώτες ημέρες και οι αναφορές σε αυτά γίνονται κυρίως από όσα αναφέροντο στα πολεμικά ανακοινωθέντα.
Η μεγάλη ημέρα
Η Ημέρα ΜΗΔΕΝ είναι η 14η Μαΐου 1920. Είναι η ημέρα που ένα τμήμα του ελληνικού στρατού ξεκινώντας από τη Ξάνθη (Παμίκος Ζυμβρακάκης) εισέρχεται στη Κομοτηνή ενώ ένα άλλο τμήμα (Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν) ξεκινώντας με πλοία από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας αποβιβάζεται στο λιμάνι του Δεδέαγατς και απελευθερώνουν απ΄ άκρου σε άκρον όλο το χώρο της Δυτικής Θράκης και τον ενσωματώνουν στο Ελληνικό Κράτος. Πλην όμως τα γεγονότα της απελευθέρωσης αναφέρονται στα φύλλα της επόμενης ημέρας, ήτοι της 15ης Μαϊου 1920. Στις 14 Μαϊου οι εφημερίδες γράφουν:
 Η «ΠΑΤΡΙΣ» έχει τίτλους «Η Βουλγαρία ειδοποιήθηκε δια την κατάληψιν της Θράκης υπό της Ελλάδος. Η Κυβέρνηση της Σόφιας εξοπλίζει τους χωρικούς. Οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι Θράκης αναγνωρίζουν το Ελληνικό καθεστώς. Δηλώσεις των προς τον κ. Βαμβακά». Ενώ η «ΑΘΗΝΑΙ» σε ανταπόκριση από την Κομοτηνή αναφέρει: «Γκιουμουλτζίνα 13. Ο Βαμβακάς εγατέστησεν ήδη τας ελληνικάς αρχάς εις το παραδοθέν Διοικητήριον της Γκιουμουλτζίνας. Η καθόλου παράδοσις λήγει όσον ούπω.
Από της μεσημβρίας της Παρασκευής θα αρχίση καθαρώς η λειτουργία των ελληνικών υπηρεσιών και ο κ. Σαρπύ θέλει παραδώσει την διοίκησιν της Θράκης εις τον Έλληνα διοικητήν. Οι προϊστάμενοι των άχρι τούδε υπηρεσιών υπεχρεώθησαν να παραμείνουν πλησίον των Ελλήνων τοιούτων μέχρι της 28ης Μαΐου δια να παρέχουν τας αναγκαίας πληροφορίας. Χθές αφίκετο ο Διοικητής της χωροφυλακής ταγματάρχης Καλλιάνης….».
Στις 15 Μαΐου 1920 οι εφημερίδες δημοσιεύουν ολόκληρο ή αποσπάσματα από το ανακοινωθέν της 14ης Μαϊου 1920 του στρατιωτικού γραφείου τύπου που αναφέρει: « Η Μεραρχία Σερρών ηγουμένου του αντιστράτηγου κ. Ε. Ζυμβρακάκη εισήλθε μετά μεγάλης τάξεως και επιβλητικότητας εις Γκιουμουλτζίναν ( τα βυζαντινά Κουμουτζηνά) γενομένη ενθουσιωδέστατα δεκτή υπό του πληθυσμού. Παρίσταντο οι πρόεδροι όλων των κοινοτήτων μηδέ τω ν Βουλγάρων εξαιρουμένων. Πλήρης ησυχία και τάξις επικρατεί. Οι σιδηρόδρομοι κυκλοφορούν ελευθέρως»!
Στην «Ακρόπολις» παρατίθενται συνεχείς πρωτοσέλιδες ανταποκρίσεις και πολύστηλα ρεπορτάζ από την προέλαση του Ελληνικού στρατού στη Δυτική και Ανατολική Θράκη. «Η προέλασις του στρατού μας εις Θράκην. Γκιουμουλτζίνα και Δεδέαγατς κατελήφθησαν. Ακράτητος ενθουσιασμός και πλήρης τάξις». Και σε άλλη στήλη δημοσιεύει τηλεγράφημα από τη Θεσσαλονίκη με το ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου Εθνικής ΄Αμυνας και την παρατήρηση ότι στην Θεσσαλονίκη επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός για τις επιτυχίες του Ελληνικού στρατού. Αναφέρει το ανακοινωθέν:
«Από πρωϊας σήμερον ήρχισεν η προέλασις του στρατού μας εκ του τριγώνου της Ξάνθης προς κατάληψιν της Γκιουμουρτζίνας, ήτις ήδη θα έχη συντελεσθή». Και στη συνέχεια αναφέρει ότι το ίδιο ανακοινωθέν γνωστοποιούσε και την ταυτόχρονη κατάληψη του Δεδέαγατς, γύρω στις 6 το πρωί, με απόβαση των στρατευμάτων μας στη πόλη και συνεχίζει «εις τον στρατόν μας έγινε ενθουσιώδης υποδοχή εκ μέρους των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων της πόλης .
 Οι Γάλλοι παρέσχον μεγάλας ευκολίας εις τον στρατόν μας κατά την απόβασιν και κατά την κατάληψιν της πόλεως. Επί τη επισήμω αναγγελία του εφροσύνου γεγονότος συνεκροτήθη (σ.σ. στη Θεσσαλονίκη) ογκώδης διαδήλωσις υπό του ενθουσιώντος λαού ενταύθα Η πόλις πανηγυρίζει. Οι κώδωνες όλων των ναών σημαίνουν χαρμοσύνως»
  Στις 15 Μαΐου 1920 με δίστηλο τηλεγράφημα του ανταποκριτή της η «Ακρόπολις» αναγγέλλει: «Ήρχισεν χθες η προέλασις του ελληνικού στρατού εις Θράκην. Κατελήφθη η Γκιουμουλτζίνα και το Δεδέαγατς.
 Αρχηγός του αποβιβασθέντος εις Δεδέαγατς στρατού είναι ο υποστράτηγος κ. Μαζαράκης και του εισελθόντος εις Γκιουμουλτζίνα ο υποστράτηγος κ. Παμίκος Ζυμβρακάκης».Στη συνέχεια φιλοξενεί το κείμενο της ημερήσιας διαταγής του σωματάρχη Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη που άρχιζε με τη φράση «Η Θράκη επανέρχεται εις την μητέρα Ελλάδα».
Την ίδια μέρα και σε άλλη στήλη ανέφερε τηλεγράφημα από το Παρίσι, σύμφωνα με το οποίο ο Τζαφέρ Ταγιάρ προετοίμαζε αντίσταση κατά των Ελλήνων.
Στις 15 Μαΐου 1920 η ίδια εφημερίδα αναφέρει με τίτλο «Η προέλαση εις την Θράκην»: «Ασήμαντος συμπλοκή με κομιτατζήδες και Βουλγάρους στρατιώτες. Δεν υπάρχουν φόβοι σοβαρότερων συρράξεων. Η προέλαση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη και ήρεμη όσον ήθελε να την παρουσιάσει η ελληνική πλευρά. Ομάδες κομιτατζήδων (Τούρκων και Βουλγάρων), υπό την καθοδήγηση του Τούρκου συνταγματάρχη και συνεργάτη του Κεμάλ, Τζαφέρ Ταγιάρ, επιδίδονταν σε ενόπλους επιθέσεις και υπήρχον συνεχή επεισόδια, με υπόδειξη και ενίσχυσιν εκ Σόφιας και Κωνσταντινούπολιν».
 Κατά την ίδια εφημερίδα: «Κατά την προέλασιν των Ελλήνων είχον κυκλοφορήσει εις την περιοχήν Καραμπανιόλ τουρκοβουλγαρικές προκηρύξεις με τις οποίες εκαλούντο οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι της περιοχής να επαναστατήσουν υπό την ηγεσίαν και καθοδήγηση του κομιτάτου. «Η Θράκη ούτε υπήρξεν, ούτε θα γίνει ελληνική. Η Θράκη θα διοικηθεί από τα δικά της τέκνα. Εμπρός ήρωες της Θράκης….Ζήτω η ανεξάρτητος Θράκη…», ανέφερον μεταξύ των άλλων οι προκηρύξεις….».
 Η εφημερίδα «Μακεδονία» κάτω από τον τίτλο «Συνεχίζεται η κατάληψη της Θράκης», δημοσιεύει εκτενή ανταπόκριση από την Κομοτηνή «Αληθώς μεγαλειώδης η είσοδος του εθνικού στρατού εις την πόλιν μας και αληθώς συγκινητική η γενομένη προς αυτόν υποδοχή……. Λίαν πρωϊ οι κώδωνες ηχούν χαρμοσύνως, κύματα δε κόσμου εξεχύνοντο προς την είσοδον της πόλης, όπως υποδεχθούν τον ελευθερωτήν σττατόν. Από της 6,30 π.μ. όλαι αι κοινοτικαί αρχαί, Ελληνικαί, Τουρκικαί, Εβραϊκαί, Αρμενικαί, μηδέ των Βουλγαρικών εξαιρουμένων εξήλθον προς προϋπάντησιν του Ελληνικού στρατού….».
  Από τις εφημερίδες που συμμετείχαν στην εθνική χαρά για τις επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού συμπεριλαμβάνεται και η «Πατρίς» του Δημ. Λαμπράκη η οποία στις 15 Μαΐου 1920 σε πρωτοσέλιδο άρθρο της με τίτλο «ΕΛΛΑΣ ασπάσου τα μέτωπα των πιστών σου τέκνων» και ανταπόκριση από τη Θράκη με τίτλο «Κατελήφθησαν η Γκιουμορτζίνα και το Δεδέαγατς», ενώ την ίδια ημέρα διαβάζουμε στην εφημερίδα «Αθήναι» ότι: «….τα χωρία εξ ων διέρχονται τα στρατεύματα μας, πανηγυρίζουν εν εξάλλω ενθουσιασμώ την απελευθέρωσή τους. Οι κάτοικοι εξέρχονται εις προϋπάντησίν των κρατούντες ελληνικάς σημαίας……».
Η εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ» στις 15 Μαΐου αναφέρει: «Συντελεσθείσης σήμερον της αποχώρησης των Γαλλικών στρατευμάτων, εδόθη παρά του ημετέρου Στρατηγείου η διαταγή της αμέσου εκκινήσεως του Ελληνικού στρατού προς κατάληψιν ολοκλήρου της Βουλγαρορατούμενης Θράκης. Από τα ξημερώματα χθές ήρχισαν η προέλασις της Μεραρχίας Κρήτης και άλλων Μεραρχιών αι οποίαι είχον συγκεντρωθεί εις την ανατολικήν πλευράν του τριγώνου Ξάνθης προς κατάληψιν της Γκιουμουλτζίνας και της περιοχής αυτής. Τα χωριά εξ ων διέρχοντο τα στρατεύματά μας πανηγυρίζουν εν εξάλλω ενθουσιασμώ την απελευθέρωσίν των. Οι κάτοικοι εξέρχονται εις προϋπάντησιν των στρατευμάτων μας κρατούντες ελληνικάς σημαίας….».
Στη συνέχεια περιγράφει με λεπτομέρεια την άφιξη του Ελληνικού στρατού στη Κομοτηνή και την ενθουσιώδη υποδοχή του από τους κατοίκους της πόλης.
Η κατάληψη του Δεδέαγατς 15/5/1920 Δοξολογία στην Αλεξανδρούπολη
Και συνεχίζει η ίδια εφημερίδα: «…Η ΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ.
 Έτερον τηλεγράφημα εκ Θεσσαλονίκης αγγέλλει ότι ολίγον μ.μ. εξεδόθη υπό του Αρχηγείου του Στρατού της Θράκης και νεώτερον ανακοινωθέν αγγέλον την κατάληψιν του Δεδέαγατς έχον ούτω: «Η πόλις του Δεδεαγάτς κατελήφθη την 6ην πρωϊνήν σήμερον δι΄ αποβάσεως τμημάτων του στρατού μας. Ουδέν απολύτως επεισόδιον εσημειώθη, δεν ερρίφθη ουδέ είς πυροβολισμός. Ο ενθουσιασμός σύμπαντος του πληθυσμού της πόλεως είναι απερίγραπτος. Έλληνες και Τούρκοι υποδέχονται μετά χαράς τον στρατόν μας, εκδηλούντες την ανακούφισίν των και εκφράζοντες την πεποίθησίν των περί της εξασφαλίσεως της ευημερίας των υπό την Ελληνικήν Διοίκησιν.
 Οι Γάλλοι παρέσχον πάσαν δυνατήν ευκολίαν δια την απόβασιν των ελληνικών στρατευμάτων και την κατάληψιν της πόλεως. Μετά την κατάληψιν του Δεδέαγατς ισχυρά τμήματα ήρχισαν προχωρούντα προς βορράν προς κατάληψιν του Φερετζίκ, του Σουφλίου, του Διδυμοτείχου και άλλων σημείων ΒΑ…».
Στην εφημερίδα «Καθημερινή», που απέφυγε οποιοδήποτε άρθρο με το οποίο να σχολιάζει τα τεκταινόμενα στη Θράκη, στις 17 Μαΐου 1920, διαβάζουμε στη πρώτη σελίδα άρθρο του Ίωνα Δραγούμη, που διετέλεσε Πρόξενος της Ελλάδος στο Δεδέδαγατς το1907-08, με τίτλο «Νέοι αγώνες» στο οποίο καταφέρεται κατά της τυραννίας του Βενιζέλου, αναφέρει ότι«…εσωτερικώς λυμαίνεται το κράτος μια ολιγαρχία τυράννων, σατραπίσκων και ντερεμπέηδων, χρησιμοποιώντας προς επιβολήν των χωροφύλακας, πραιτωριανούς, μπράβους και χαφιέδες, στρατιωτικούς και άλλους ιδιωνύμους ανόμους νόμους».
 Στις εσωτερικές της σελίδες αναφέρει τα τηλεγραφήματα από την Θράκη κατά τα οποία: «Συνεπληρώθη η κατάληψις της Θράκης. Άκρα τάξις βασιλεύει απ΄ άκρου εις άκρον». Για την υποδοχή του ελληνικού στρατού στην Γκιουμουλτζίναν : «…Αρμένιοι, Ισραηλίται και Τούρκοι κρατούσαν ελληνικάς σημαίας και εξεδήλωνον ποικιλοτρόπως την χαράν τους. Οι πολίται άδουσι και χορεύουσι μετά των ελευθερωτών των στρατιωτών». Στη συνέχεια αναφέρεται στις διαβεβαιώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Χαρίση Βαμβακά προς τον Τούρκο διοικητή της Γκιουμουλτζίνας Αρίφ μπέη ότι η ελληνική διοίκηση έρχεται να εφαρμόσει πρόγραμμα ισοπολιτείας «το οποίον είναι ιδεώδες της κυβερνήσεως Βενιζέλου». Οι μειονοτικοί ξεθάρρεψαν και συμμετείχαν αυθόρμητα στο χαρμόσυνο γεγονός της υποδοχής.
 Και καταλήγει το δημοσίευμα με την είδηση ότι η Ελληνική Κυβέρνηση έφερε από το Κάιρο τον διπλωμάτη Αντώνιο Σαχτούρη τον οποίο προορίζει για «Ύπατο Αρμοστή της Ελλάδος στη Θράκη» (Δυτικής και Ανατολικής, με έδρα την Αδριανούπολη.
Η «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης στο φύλλο της 15ης Μαΐου 1920 αφιερώνει σχεδόν ολόκληρη τη πρώτη της σελίδα στην κατάληψη της Θράκης, με λεπτομερή πανηγυρική ανταπόκριση και πάλλουσα από εθνική συγκίνηση περιγραφή την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων εις την Γκιουμουλτζίναν: «Η δύναμις της Ελλάδος.
Η επιβλητική είσοδος του στρατού εις την Γκιουμλτζίναν….Αμέσως σημαιοστολήθηκαν τα δημόσια καταστήματα, ως και πλείστα ιδιωτικά, οι κώδωνες των εκκλησιών ήχουν επί ημίωρον χαρμοσύνως. Η ανακούφισις υπήρξε μεγάλη, τόσον εκ της ενάρξεως της παρελάσεως, όσον και διότι ουδέν εμπόδιον παρενεβλήθη εις τον στρατόν μας, κατά την απόδοσιν της ελληνικής ελευθερίας εις σπουδαία κέντρα της μέχρι χθες Σκλάβας Θράκης».
 Είναι αξιοσημείωτο ότι η «Μακεδονία» για πολλές ημέρες διατήρησε την ενσωμάτωση της Θράκης ως πρωτοσέλιδη είδηση. Άλλωστε η εφημερίδα αυτή ήταν απομακρυσμένη από το επίκεντρο των πολιτικών συγκρούσεων για αυτό και έδινε πολλές ειδήσεις, ασκούσε εποικοδομητική κριτική και ζητούσε συνετή διαχείριση των κατακτημένων εδαφών.
Σε κύριο άρθρο της 19 Μαΐου 1920 της «Ακρόπολις» με τίτλο «ΘΡΑΚΗ», του Διευθυντή της Θ.Ν. Συναδινού αναφέρεται:«….πράγματι ο αντιπολιτευόμενος τύπος δεν εύρε δύο λέξεις δια να χαιρετίσει την απελευθέρωση της Θράκης ….μία Θράκη ελευθερωμένη, αποτελούσα έναν οργανισμόν και ένα σώμα δεν είναι προδοσία κατά της Ελλάδος, δεν είναι πώλησης αυτής εις τους ξένους, δεν είναι παράδοσις αυτής εις τους στρατούς άλλων Δυνάμεων. Είναι υπερηφάνεια, και ζωή, και εθνική κολυμβήθρα, και αναγέννησις και σταθμός προόδου, ευτυχίας και μεγαλείου δια το κράτος μας. Η Θράκη είναι θρύλος και παράδοσις και θρησκεία και πίστις δια τους κληρονόμους; Της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής παρουσίας, βεβαρυμένης με δουλείας και χρέη και υποθήκας, και αποδιδόμενης ήδη ελευθέρας εις τους δικαιούχους αυτής και νομίμους `κυρίους. Η Θράκη δια την Ελλάδα δεν είναι Βενιζέλος, κύριοι αντιπολιτευόμενοι, είναι και θα είναι – παρά την θέλησίν σας έστω – μόνον Ελλάς»
Τα επίσημα ανακοινωθέντα τα δημοσιεύουν όλες οι εφημερίδες της εποχής. Είτε με δεύτερη έκδοση στις 14 Μαΐου (επί του πιεστηρίου), Ενδεικτικά το «ΕΘΝΟΣ» της 14ης Μαΐου βάζει το ανακοινωθέν κάτω από τον τίτλο: «Επί του πιεστηρίου. Χαράς ευαγγέλια Η Γκιουμουλτζίνας και το Δεδέαγατς κατελήφθησαν». Το «ΕΜΠΡΟΣ» κάτω από τον τίτλο « Τελευταία ώρα – Η κατάληψη της Δυτικής Θράκης – Απερίγραπτος ενθουσιασμός Ελλήνων και Τούρκων».
Η «Νέα Αλήθεια» της Θεσσαλονίκης σε δεύτερη έκδοση και τίτλο «Η απελευθέρωση της Θράκης υπό του Στρατού μας» έχει τηλεφωνική ανταπόκριση από την Κομοτηνή που αρχίζει: «Η χθεσινή ημέρα υπήρξε δια την Ελληνικήν μας Θράκη την ωραίαν δυστυχή, την Σκλάβαν την πεντάμορφη πέντε ετών δουλείας πένθους δακρύων συμφορών και διωγμών ημέρα Αναστάσεως, απολυτρώσεως αρχή….».
  Τις επόμενες ημέρες έχουν ανταποκρίσεις από το Σουφλί, το Διδυμότειχο, την Αδριανούπολη.
  Στις 20 Μαΐου η «Μακεδονία» σε ανταπόκριση του μονίμου ανταποκρίνου της από το Σουφλί με ημερομηνία 14 Μαΐου (ταχυδρομικώς), αναφέρει: «Ενθουσιασμός, κίνησις, ρίγη, απ΄ άκρου εις άκρον στο Σουφλί. Η μεγάλη είδηση έφθασε. Η αναμενόμενη ιερά στιγμή επλησίασε. Ο Στρατός, οι Έλληνες, οι ελευθερωταί έρχονται. Αποβιβάσθησαν στο Δεδέαγατς και έως το βράδυ είναι εδώ….. Τα βάσανα τελειώνουν. Θάναι πια ήσυχοι. Έρχονται χαρούμενοι να γιορτάσουν την ανάσταση.».
Η ιστορική σημαία της Κομοτηνής [14 Ιουλίου 1913]
 Την παραμονή της 14ης Μαΐου, επετείου απελευθερώσεως της Κομοτηνής από τον ξένο ζυγό και την ημέρα της γιορτής, κατά τη παρέλαση αρχών και λαού, τιμάται ξεχωριστά η ιστορική σημαία της πόλης της Κομοτηνής.
  Όπως βλέπουμε όλοι, η ιστορική σημαία της πόλης, είναι ένα πανί, ραμμένο κάπως βιαστικά, χωρίς μάλιστα τις κανονικές διαστάσεις της Σημαίας, που έχει γύρω του κρόσια. Πάνω στη σημαία είναι κεντημένες με άσπρη κλωστή, πέντε χρονολογίες. Στα 1913, 14 Ιουλίου, ήλθε στην Κομοτηνή τμήμα του Ελληνικού Στρατού. Η υποδοχή που του έγινε από το λαό, δεν περιγράφεται.  Ο ενθουσιασμός και το παραλήρημα Ελλήνων και Μουσουλμάνων ήταν κάτι το ασύλληπτο. Επειδή δε το στρατιωτικό τμήμα δεν είχε δική του σημαία ο επί κεφαλής αξιωματικός ζήτησε μία σημαία από τους Κομοτηναίους. Τότε, κορίτσια της Κομοτηνής έραψαν βιαστικά και αμέσως τη σημαία αυτή, τη φιλοτέχνησαν με τα κρόσια και την παρέδωσαν στον επί κεφαλής του Στρατού. Η Σημαία υψώθηκε τότε στο Διοικητήριο – σημερινό κτίριο των δικαστηρίων – και κυμάτιζε εκεί επί όσες μέρες έμεινε ο στρατός μας στην πόλη.
Η ιστορική σημαία της Κομοτηνής  Όταν όμως ο στρατός πήρε διαταγή να αποσυρθεί για μεγάλη λύπη του πληθυσμού, την 6ην Αυγούστου του 1913, ο Κρητικός δεκανέας Παπαηλιάκης (δικηγόρος αργότερα Κρήτης) και με πρωτοβουλία του, πήρε μαζί του τη σημαία. Όταν δε πήγε με άδεια στην πατρίδα του, την παρέδωσε στον παππού του, οπλαρχηγό, με την παράκληση να την αποστείλει στο  δήμαρχο Κομοτηναίων, όταν θα ελευθερωθεί πάλι η Κομοτηνή. Ο Παπαηλιάκης, τήρησε το λόγο του. Το 1920, όταν δήμαρχος Κομοτηνής ήταν ο αείμνηστος Απόστολος Σούζος, παρέλαβε τη σημαία αυτή, που συνοδεύονταν από μια συγκινητική και εμπνευσμένη επιστολή του κ. Παπαηλιάκη. Ο ίδιος ο Παπαηλιάκης αργότερα, ευτύχησε να επισκεφθεί ο ίδιος την πόλη μας και να εκφράσει προς αυτή και το λαό της τα αισθήματά του.
  Η σημαία από τότε διαφυλάχθηκε στο Δημαρχείο Κομοτηνής, ιερό, ιστορικό κειμήλιο. Από του 1928, επί Δημαρχίας Σοφοκλή Κομνηνού καθιερώθηκε να γίνεται σε επίσημη τελετή, η έπαρσή της κάθε 14η Μαίου. Το 1941, όταν ξανά μπήκαν στην Κομοτηνή οι Βούλγαροι κατακτητές, ο τότε δημοτικός υπάλληλος αείμνηστος Νικόλαος Μακαρώνης, με κίνδυνο της ζωής του, παρέλαβε την ιστορική αυτή σημαία από το δημαρχείο και τη φύλαξε, μέσα σε σωλήνες θερμάστρας στο σπίτι του. Κι όταν ξαναγύρισαν οι νόμιμες ελληνικές αρχές, μετά το τέλος του πολέμου, την παρέδωσε και πάλι στο Δήμο και γι’ αυτό έτυχε μάλιστα ειδικής ευαρέσκειας από το Δήμο για τη πατριωτική του αυτή χειρονομία.(lithosfotos.blogspot.gr)

Η αληθινή προέλευση λαϊκών εκφράσεων όπως «πομπή», «ρεζίλι», «μούτζα», «πλάκωμα στο ξύλο»

Μαΐου 8, 2014
pompi
Οι ποινές που εφήρμοζε το ρωμαϊκό δίκαιο που εφάρμοζε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως και που ήταν φυσική συνέχεια των ποινών του ρωμαϊκού δικαίου, περιελάμβαναν τη θανάτωση, τον εξανδραποδισμό, τον ακρωτηριασμό, το σωματικό κολασμό, την κουρά, την εξορία, τη δήμευση. Εθιμικά είχε καθιερωθεί και η διαπόμπευση, ενώ ο νόμος δεν την καθόριζε ρητά παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις.
Εκτός από την ηθική απαξίωση και την οικονομική εξαθλίωση που συνεπάγονταν ποινές όπως αυτή της κουράς, της εξορίας και της δήμευσης των περιουσιακών στοιχείων, παρατηρείται μια καταφανής αγριότητα στις περιπτώσεις της θανατικής ποινής, της διαπόμπευσης και του ακρωτηριασμού και του σωματικού κολασμού.
Ακόμα και ο Γεωργικός Νόμος του 7ου-8ου αι. προέβλεπε ακρωτηριασμό στην περίπτωση που έκοβε κανείς σταφύλια ή καρπούς σε ξένη ιδιοκτησία, και φραγγελισμό στην περίπτωση που τα ζώα κάποιου διέφευγαν της προσοχής του και έμπαιναν σε ξένη γη.
Κατά τον Καθ. Γ. Μπαμπινιώτη (131, ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ, 1966) διαπόμπευση είναι Δημόσιος Εξευτελισμός.
Κατά Φυτράκη (ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ) σ. 327 είναι διασυρμός, πόμπεμα, ρεζίλεμα.
Κατά Σταματάκο [ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ] σ. 265 διαπομπεύω σημαίνει φέρω εις πέρας την πομπήν ή περιφέρω, φέρω πέριξ.
Κατά Δημητράκο (300, ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, Τομ. 4 Σελ. 1922) διαπομπεύω σημαίνει φέρω εις πέρας, τελώ πομπήν και περιφέροντας κάτι το προσφέρω όπως προς τους καλεσμένους σε συμπόσιο.
Στο Βυζάντιο διαπόμπευαν τους κλέφτες, τους δειλούς, τους μέθυσους, τους μοιχούς, τους προδότες και άλλους, είτε ήταν απλοί πολίτες είτε εξέχουσες προσωπικότητες. H μαστίγωση, η κουρά, η ρινότμηση και πολλά άλλα αποτρόπαια βασανιστήρια συνόδευαν την διαπόμπευση.
Η διαπόμπευση ήταν περιφορά του τιμωρουμένου συνήθως καθισμένου ανάποδα σε ένα γάιδαρο. Η περιφορά αυτή λεγόταν ειρωνικά θρίαμβος και «συγύρισμα» (τριγύρισμα). Στον ύστερο μεσαίωνα και ιδιαίτερα στην Κρήτη λεγόταν και «γιβέντισμα» (από το γαλλικό μεσαιωνικό gibbet = σταυρός, ενώ κατά Ξανθουδίδη από το τουρκικό güvenmek = εξευτελίζω, πρβλ. γιβεντισμένη).
Η διαπόμπευση ήταν μια πομπή με πρωταγωνιστή τον διαπομπευόμενο και ένα ξέφρενο όχλο που τον προσέβαλε και εξευτέλιζε με κάθε τρόπο, σε πλατείες και δρόμους. Ήταν από τα πιο αγαπημένα θεάματα των βυζαντινών.
Και σήμερα λέμε «είδα τις πομπές σου», ή χαρακτηρίζουμε κάποιον ως «μπομπή» (βλ. και «μπόμπιρας»). Πομπεύομαι έχει σήμερα την έννοια του «ντροπιάζομαι».
Πράξη πρώτη: Τα Προκαταρτικά
Η διαπόμπευση δεν είχε νομικό έρεισμα παρά μόνο σε 2 περιπτώσεις. Τις ποινές που προέβλεπαν οι Νεαρές του Ιουστινιανού τις βρίσκουμε και στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου[Αρμ [499].
Όπου όμως ανέφεραν : «τυπτόμενος και κουρευόμενος, εξοριζέσθω» (συχνά στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου [499]) υπονοούσαν, χωρίς να επιβάλλουν, ότι θα επακολουθούσε και διαπόμπευση. Δεν θα είχε άλλωστε νόημα η κουρά[1] χωρίς διαπόμπευση, αφού γινόταν για λόγους εξευτελισμού και όχι για λόγους υγιεινής ή αισθητικής.
Ρητές μνείες υπάρχουν:
[Αρμ 499 σ.211 Βιβ. ΙΙΙ Τιτ. Η – «Περί μισθώσεως και περί εργολάβων» §43] «οι δε τινές (εργολάβοι) ευρεθώσι παρά τά διατεταγμένα διαπραττόμενοι, τυπτόμενοι και κουρευόμενοι εξοριζέσθωσαν»
[Αρμ. 499 σ. 364 Βιβ. VI Τιτ. ΙΔ – Περί διαφόρων Ποινών §12] Ο ετέρου πραγματείαν υπεισερχόμενος … «διά δαρμού[2] και κουράς και θριάμβου και διηνεκούς εξορίας υπομενέτω τιμωρίαν».
Παρατηρούμε την χρήση των όρων «δαρμού τυπτόμενοι» και ποτέ κάτι περί ξύλου. Η έκφραση τον πλάκωσαν στο ξύλο είναι νεώτερη και σημαίνει τελείως διάφορο πράγμα.
Ο τιμωρούμενος δενότανε στο έδαφος και πάνω τοποθετούσαν μια σανίδα στην οποία προσέθεταν πλάκες ή άλλα βάρη. Η εικόνα είναι νεότερη αναπαράσταση όχι τόσο ακριβής ιστορικά, αλλά δίνει περίπου μια ιδέα του μαρτυρίου. Το πλάκωμα (τοποθέτηση πλακών) στο (ή με το) ξύλο ήταν κυριολεκτικό.
Ο τιμωρούμενος ασφυκτιούσε κάτω από το βάρος και ομολογούσε ή μετανοούσε ή πέθαινε. Όταν ασφυκτιούμε σήμερα λέμε «νοιώθω μια πλάκωση», θλιβερό κατάλοιπο αυτού του βασανιστηρίου.
Η καμπάνα της εκκλησίας σήμαινε για την συγκέντρωση του πλήθους (πρβλ. του «βάρεσαν, ή του έριξαν, καμπάνα»). Πολλές φορές η κλήση για συγκέντρωση του φιλοθεάμονος κοινού γινόταν με βούκινο (πρβλ. την έκφραση «το έκανε βούκινο») ή με τύμπανο (πρβλ. «Ο κόσμος το ‘χει [ακούσει από το ] τούμπανο»).
Η πρώτη πράξη της «τελετής» διαπόμπευσης ήταν λοιπόν το κούρεμα, το οποίο ήταν πολύ μεγάλη προσβολή για τον ένοχο. Το «κουρεύω» οι βυζαντινοί το έλεγαν και «κουράζω». Είναι συνηθισμένη η φράση: «τον τάδε εκούρασαν μοναχόν»*. Η διαπόμπευση εκτός από εξευτελιστική διαδικασία ήταν και ιδιαίτερα κοπιώδης γιατί τον τιμωρημένο, κατά τη διάρκεια της «τελετής», τον χτυπούσαν κιόλας.
Από τότε το «κουράζω» έγινε συνώνυμο του «καταπονώ». Από κει βγαίνουν και οι φράσεις «Άντε να κουρεύεσαι» ή «Άστον να κουρεύεται» που σημαίνουν ότι κάποιος είναι τόσο αχρείος ώστε του αξίζει το κούρεμα (δηλ. η διαπόμπευση). Ο τιμωρημένος γινόταν σαν «κουρέμενο γίδι»‘ ή «κουρόγιδο» που αργότερα μετατράπηκε σε κορό(γ)ιδο και μετά σε «κορόιδο». Συνώνυμο είναι και το επτανησιακό «μπαίνιο τση ρούγας»(εμπαιγμός του δρόμου).
Όταν ο ένοχος είχε διαπράξει πολύ μεγαλύτερο παράπτωμα, όπως συνομωσία κατά του Αυτοκράτορα ή προδοσία, τότε πριν την «πομπή» του τον τύφλωναν. Δηλαδή είχε και «μούντζες» και «τύφλες». Με μια λέξη ήταν «μουρτζότυφλος» ή «μούρτζουφλος» (Παρατσούκλι και του Αυτοκράτορα Αλέξιου Ε’ Δούκα επειδή τα μάτια του ήταν βαθειά μέσα στις κόγχες τους και σκεπάζονταν με πυκνά φρύδια και τον έκαναν να μοιάζει με τυφλωμένο. Ίσως και να ήταν άξιος του ονόματος).
Συνήθως και τώρα όταν μουντζώνουμε λέμε προς ενίσχυση: «Τύφλα!» ή «Τύφλα στα μάτια σου!». Η έκφραση δεν «κοιτάς την τύφλα σου» (δηλ. τις δίκες σου μπομπές = ντροπές) μοιάζει κυριολεκτικά οξύμωρη. Με την παραπάνω μεταφορική έννοια όμως είναι απολύτως λογική.
Διακόσμηση του τιμωρούμενου γινόταν με κουδούνια (κυπριά από τα πρόβατα) και από κει υπάρχει η έκφραση «τον πήραν με της μπομπής τα κουδούνια». Θυμηθείτε και αντίστοιχα αποκριάτικα ντυσίματα στα χωριά οπού κουδούνια κρεμασμένα στο λαιμό αυξάνουν την γελοιότητα.
Το λεγόμενο ασθενές φύλο είχε μεγαλύτερο ποσοστό συμμέτοχης στις διαπομπεύσεις, ιδίως λόγω της μοιχείας. Έτσι η διαπομπευθείσα ονομάζονταν πομπεμένη ή βαρύμπομπη ή γιβεντισμένη. (διαισθάνομαι ότι το αττικό τοπωνύμιο «Βαρυμπόμπη» θα δόθηκε από κάποια τέτοια δυστυχισμένη που αποφάσισε μετά την διαπόμπευση να καταφύγει στην ερημιά ως κοινωνικώς απόβλητη.
Η ετυμολογική ερμηνεία για την προέλευση από κάποιο Αλβανό ονομαζόμενο «Μπόμπη» δεν μου φαίνεται λογική. Η διαπόμπευση της μοιχαλίδας φαίνεται ότι επέζησε και μετά την πτώση του Βυζαντίου και την Τουρκοκρατία. Υπάρχει παροιμία που λέει :»Οποία δεν κάθεται καλά και κάνει εργολαβία: στο γάιδαρο και στον παπά και την αστυνομία».
Ο εστί μεθερμηνευόμενον: Οποία πηγαίνει με άλλους άντρες (η εργολαβία σήμαινε ερωτοτροπία, αφού προέβλεπε συχνή περιδιάβαση από το σπίτι του εραστή/ερωμένης, σαν τον εργολάβο που κάνει επιμέτρηση για την επισκευή σπιτιού), την καβαλικεύουμε ανάποδα στο γάιδαρο (διαπόμπευση), την στέλνουμε στον παπά για την ηθικό-θρησκευτική τιμωρία (επιτίμια, αφορισμός) και στην αστυνομία για την ποινική δίωξη (η μοιχεία αποποινικοποιήθηκε επ΄ εσχάτων).
Άλλη ηπιότερη ποινή ήταν το σημάδεμα με πυρωμένο σίδερο (δια πυρός και σιδήρου). Ο τιμωρούμενος εκαυτηριάζετο για την διαγωγή του ή συμπεριφορά του. Οι κλέφτες ειδικότερα σφραγίζονταν στο μέτωπο με πυρακτωμένη σφραγίδα, αν είχαν συλληφθεί για πρώτη φορά.
Σε περίπτωση υποτροπής, η συνήθης κατάληξη ήταν ο ακρωτηριασμός. Έκφραση που την χρησιμοποιούμε και σήμερα. Υπήρχε μια πιο σπάνια έκφραση (Βλ. Π. Δελτα: «Ο Τρελαντώνης») «μούτρο για σιδέρωμα». Το σκέτο «μούτρο» να πρέπει να έχει τη ρίζα του σε αυτή την μορφή τιμωρίας.
Η «Εξάβιβλος» ([499]) του Αρμενοπούλου αναφέρει στό Βιβλιο Ι, στον Τίτλο 5, §4 :«Πας καταμηνύσας και μη αποδείξας, δια του άρχοντος σιδήρω κολαζέσθω». Το «σιδέρωμα» γίνονταν 1) στο πρόσωπο ή το μέτωπο 2) στο χέρι 3) στο στήθος.
Οι κλέφτες ειδικότερα σφραγίζονταν στο μέτωπο με πυρακτωμένη σφραγίδα, αν είχαν συλληφθεί για πρώτη φορά. Σε περίπτωση υποτροπής, η συνήθης κατάληξη ήταν ο ακρωτηριασμός.
Η ποινή αυτή μας άφησε τα επώνυμα Σιδερωμένος, Καμένος. Αλλά πιθανότατα και ο Κεκαυμένος (Καυτηριασμένος, καμένος με σίδερο), ο γνωστός Βυζαντινός Συγγραφέας του «Στρατηγικού» να είχε κάποιο πρόγονο τιμωρημένο με καυτηριασμό.
Άλλες ποινές που προηγούντο της διαπόμπευσης ήταν η ρινοκοπία (κόψιμο της μύτης) (πρβλ. Επώνυμα Ασημομύτης και Κηρομύτης που έπαιρναν οι ρινότμητοι επειδή αντικαθιστούσαν αργότερα με τεχνητή την κομμένη μύτη τους), ή «καυλοκοπία» για τους «αλογευόμενους άνδρες» (κτηνοβάτες) που δεν ξέρουμε αν είχε τεχνητή αντικατάσταση. Ποινή ήταν επίσης και το κόψιμο των αυτιών. Λέγεται και σήμερα σαν απειλή «θα σου κόψω τ’ αυτιά». (Σημ. επιβίωση της έκφρασης στο ποντιακό τραγούδι).
Υπενθυμίζεται ότι οι περισσότερες ποινές είχαν σαν σκοπό και τον εκφοβισμό, να επιζεί δηλαδή ο τιμωρηθείς, εν κοινωνία, για να βλέπουν και να φοβούνται οι υπόλοιποι. Μια κακή «καυλοκοπία» σήμαινε βέβαιο θάνατο από αιμορραγία.
Ο Ταλιακάτσος αναλάμβανε να ταχτοποιήσει το πρόβλημα. Ο καυλοκοπηθείς επιζούσε αλλά τα άλογα τα έβλεπε μόνο στον ιππόδρομο. Η ύπαρξη επωνύμου «Καλοκάθης» (αυτός που καλοκάθεται, που δεν λέει να φύγει) μας εμποδίζει να παρετυμολογήσουμε το Καλιακάτσο από το Ελληνικό «θα κάτσω», μέλλοντα του «κάθομαι».
Πράξη δεύτερη – Διαδικασία
Για να διασκεδάσουν το κοινό που παρακολουθούσε τη διαπόμπευση και να γελοιοποιήσουν τον τιμωρούμενο, άλειφαν το πρόσωπό του με καπνιά (φούμο), την «ασβόλη». Τον «αποσβόλωναν».
Σχετικές φράσεις το «έμεινε αποσβολωμένος», «έφυγε αποσβολωμένος» κ.λ.π.
Το ρήμα «αποσβολώνω» είναι αντίστοιχο του αρχαίου «προπηλακίζω». Σύμφωνα με το λεξικό Σουίδα, «Προπηλακισμός: ύβρις είρηται δε από τον πηλόν επιχρίεσθαι τα πρόσωπα των ατιμίαν και ύβριν καταψηφιζομένων».
Η λάσπη μέχρι και στις μέρες μας είναι σύμβολο ηθικής κατάπτωσης, συκοφαντίας και εξευτελισμού. Εκφράσεις : «Του ρίξανε λάσπη», ο «πόλεμος της λάσπης», μέχρι και ο νεολογισμός «λασπολογία»
Η διαπόμπευση γινόταν στα φόρα δηλ. στις αγορές (από το Λατινικό forum και πληθυντικός fora) άλλα και στο αμφιθέατρο-ιππόδρομο, και στους δρόμους και τις πλατείες.
Δεν βγάζουμε λοιπόν κάτι (πχ. άπλυτα) ή άνθρωπο «στη φόρα» άλλα «στα φόρα». Επομένως η συνηθισμένη έκφραση «θα τα βγάλω όλα στη φόρα» είναι λάθος.
Επειδή η Μέση οδός ήταν η κεντρικότερη της Κωνσταντινούπολης και περνούσε από τέσσερα φόρα, υποθέτω πως οι περισσότερες διαπομπεύσεις γινόταν σε αυτό τον δρόμο.
Κατά το συγύρισμα ο διαπομπευόμενος κάθονταν ανάποδα σε γάιδαρο (από εκεί το «θα σου χέσω το γάιδαρο») και οι φίλαθλοι του πετούσαν περιττώματα ζώων και παλαιά ράκη (πατσαβούρες) (Βλ. Ξανθ. σ.148 λ. γιβεντίζω όπου πατσαβουριάζω= συνων. του γιβεντιζω). Γινόταν μια διακωμώδηση της γαμήλιας τελετής όπου χόρευαν οι θεατές το χορό των μανδηλίων (έκφραση: «της μπομπής τα μαντήλια»).
Ο κουρεμένος διαπομπευόμενος (κουτρούλης = με κούτρα ως τρούλος) ήταν ο γαμπρός, και η όλη «παράσταση» λέγονταν του κουτρούλη ο γάμος. Οι σοβαρές διαπομπεύσεις μεγαλόσχημων γινόταν στο (αμφι)θέατρο. Ο διαπομπευόμενος τότε έλεγαν ότι εθεατρίζετο. Γίναμε «θέατρο» σημαίνει: «βγήκαμε στο αμφιθέατρο» δηλ. ρεζιλευτήκαμε.
Την «ασβόλη» την έλεγαν και «μούτζα ή “γάνα” που σημαίνει μουντό χρώμα αλλά και παλάμη μουτζουρωμένη από στάχτη. Προέρχεται ίσως από το «μούζα = μαυρίλα» ή από το μούντα, μουντός.
Την ασβόλη την έπιαναν με όλη την παλάμη και την άλειφαν στο πρόσωπο με ανοιχτά τα δάχτυλα. Έτσι προέκυψε, η παλάμη με ανοιχτά δάχτυλα, να είναι υβριστική χειρονομία. (μούντζα ή φάσκελο).
Σχετικές φράσεις είναι «κοίτα μη με μουτζουρώσεις = κοίτα μη με προσβάλεις» ή «έφυγε μουτζουρωμένος= έφυγε ντροπιασμένος», «μούντζω τα» = μουτζούρωσε τα, είναι ακατάλληλα. πρβλ. «φασκελοκουκουλωσ’ τα».
Όσοι την γλύτωναν, οι αθωούμενοι, έβγαιναν (από το δικαστήριο) ασπροπρόσωποι ή καθαροί.
Σήμερα λέμε «να την βγάλουμε καθαρή» εννοώντας «την μούρη μας» ή «την όψη μας»
Πράξη Τρίτη – Ο επίλογος
Ήταν άραγε σωφρονιστικός ο χαρακτήρας των διαπομπεύσεων;
Ο Ιουστινιανός ο Β΄,669-711, γνωστός ως Ρινότμητος, Βυζαντινός Αυτοκράτορας της Δυναστείας του Ηρακλείου, βασίλεψε από το 685 μέχρι το 695 και ξανά από το 705 έως το 711 και δεν φαίνεται να ντράπηκε από την διαπόμπευσή του αλλά μάλλον αποθρασύνθηκε.
Δεν μας παραξενεύει αυτό, γιατί οι Βυζαντινοί είχαν σωρεία αυτοκρατόρων με αρκετά εξευτελιστικά παρωνύμια [147 σ. 145] όπως: Αβάστακτος, Μονομάχος, Μέθυσος, Κοπρώνυμος, Παραπινάκης, Καυσαλώνης, Μούρτζουφλος, Μακελλάρης, Ονομάγουλος κλπ.
Μετά την διαπόμπευση ο διαπομπευθείς:
-ή εξορίζονταν, de jure, γιατί ο νόμος το προέβλεπε,
-ή εξορίζονταν de facto, επειδή καταντούσε περίγελως των συντοπιτών του έπαιρνε των ομματιών του. (Δηλ. πήρε το όνειδος (ρεζιλίκι) των ματιών του , την τύφλωση)
-ή μεταλλίζονταν (στα μεταλλεία σε καταναγκαστικά έργα) (Εξ ού και τα επίθετα: Μεταλλίδης, Μεταλληνός κα)
-ή κλεινόταν σε μοναστήρι
-ή καταδικάζονταν σε καταναγκαστική κωπηλασία (κάτεργο) στις γαλέρες του πλωίμου (του Στόλου).
 Τότε λεγόταν «κατεργάρης». Η κωπηλασία γινόταν σε βάρδιες με κάποια ολιγόλεπτα διαλλείματα.
Μετά ακούγονταν η φωνή του ναυκλήρου «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του»… αλλά και εκτελούνταν (θανατώνονταν).
(Πηγή)